Παρή Σπίνου

Θλίψη στον χώρο της ελληνικής τέχνης για τον θάνατο του σπουδαίου ζωγράφου Γιώργου Λαζόγκα ● Η αδυναμία του να συμμετάσχει στην προετοιμασία της τελευταίας του έκθεσης υπερκεράστηκε από την περηφάνια του για το αποτέλεσμα: μια συνομιλία των έργων του με επιλεγμένες αρχαιότητες, ένα «πάντρεμα» που εξακολουθεί να παρουσιάζεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Σπούδασε αρχιτεκτονική αλλά τον κέρδισε η τέχνη, ήθελε να τον αποκαλούν ζωγράφο, δεν του άρεσε η ετικέτα εικαστικός. Ενας καλλιτέχνης που ζωγράφιζε με το σχέδιο, πίστευε ότι η ψηφιακή εποχή έκανε το χέρι μας «ανάπηρο», υπερασπιζόταν με ένα απλό στυλό την «Bic Generation», «την πρώτη γενιά μετά το 1945 που υπηρετεί με διαφορετικά υλικά και τρόπο το σχέδιο», όπως τόνιζε. Από τους κορυφαίους εννοιολογικούς δημιουργούς που ανέδειξε η δεκαετία του ’70, συνδιαμορφωτής της σύγχρονης εικόνας στην τέχνη στην Ελλάδα, αφιερώθηκε για περισσότερο από 50 χρόνια σε μια ζωγραφική βιωματική με φιλοσοφικό και υπαρξιακό περιεχόμενο. Διερεύνησε μέσα από το έργο του τη χειρονομία, τη διαδικασία επεξεργασίας της ύλης και τη σχέση με τα υλικά, αλλά και τη φιλοσοφική διάσταση εννοιών όπως αρχέγονο, παλίμψηστο, σπάραγμα, ζωή, θάνατος, χρόνος.

Ο Γιώργος Λαζόγκας, ομότιμος καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, άφησε χθες την τελευταία του πνοή στα 77 του, σε νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν έπειτα από εννέα χρόνια πάλης με ασθένειες, έχοντας πάντα πλάι του φύλακα-άγγελο τη σύντροφό του δημοσιογράφο Αννα Μιχαλιτσιάνου. «Εφυγε» με ένα μικρό παράπονο αλλά και με μια μεγάλη ικανοποίηση: ένιωθε άσχημα επειδή δεν μπόρεσε να είναι στην προετοιμασία της έκθεσής του «Το χθες είναι τώρα: Μύθοι και Αρχαιότητα», που παρουσιάζεται αυτόν τον καιρό στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ωστόσο είχε τη χαρά τα έργα του, «παλίμψηστα του χρόνου», «ιστορικά και μυθολογικά σπαράγματα», να συνομιλήσουν με επιλεγμένες αρχαιότητες.

Γεννημένος το 1945 στη Λάρισα, ο Γιώργος Λαζόγκας σπούδασε αρχιτεκτονική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης στην Ecole Supérieure Des Arts Decorative και στην Ecole Supérieure Des Arts Appliquees. Συνεργάστηκε με τον Aλέξανδρο Ιόλα σε εκθέσεις στο Παρίσι και την Αθήνα, εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε του Παρισιού, του Σάο Πάολο, της Λισαβόνας, της Σεούλ, της Χιροσίμα, του Βελγίου και της Πολωνίας, πραγματοποίησε πάνω από 50 ατομικές εκθέσεις και συμμετείχε σε διεθνείς διοργανώσεις στην Ευρώπη, την Ασία, τις ΗΠΑ.

Νέος διαμορφώνεται στο σύγχρονο κλίμα της ζωγραφικής στη Θεσσαλονίκη, συνεργάζεται με τον Ξενή Σαχίνη, στο Παρίσι με τον Νίκο Κεσσανλή, τον Τάκη, τη Χρύσα Ρωμανού. Παρακολουθεί τις εννοιολογικές τάσεις, πειραματίζεται με τη ζωγραφική, την περφόρμανς, με περιβάλλοντα, εγκαταστάσεις, βίντεο. Σύντομα αποκτά το προσωπικό του ύφος. Από την πρώτη στιγμή η ζωγραφική του είναι χειρονομιακή και ενστικτώδης, καταγράφει με άμεσο τρόπο τον κόσμο των συναισθημάτων και ιδέες. Από τα πρώτα χρόνια της δουλειάς του τον απασχολεί ο χρόνος, ενώ ταυτόχρονα αναζητά αρχέτυπα από περασμένους πολιτισμούς, ιδιαίτερα από την ελληνική μυθολογία.

Στα μέσα του ’70 εισάγει τις διαφάνειες (αρχικά ρυζόχαρτα) σε επαλληλίες-αναδιπλώσεις, υποδηλώνοντας την αισθητική αναζήτηση της νεωτερικής κοινωνίας που θέλει να επαναπροσδιοριστεί. Προχωράει σε «Παλίμψηστα» χρόνου, τόπου και εικόνας. Τολμηρός και καινοτόμος, εφηύρε την «Τυφλή ζωγραφική», όπου τα σχέδια σαν συνέχεια των χεριών περνούν από το φως στο σκοτάδι.

Δημιουργεί μικρές και μεγάλες «Νίκες» με αφετηρία τη Νίκη της Σαμοθράκης αλλά και το γυναικείο σώμα, ενώ τα «Σεντόνια» του είναι η βιωματική καταγραφή μιας ερωτικής πράξης αλλά και η Ιερά Σινδόνη του μεγάλου ύπνου. «Αν δεν υπήρχε το γυναικείο σώμα, δεν θα ζωγράφιζα. Η γυναικεία φιγούρα με οδηγεί στη ζωγραφική. Τα ερωτικά σχέδια της Απω Ανατολής, τα ινδικά, τα σχέδια της Αστάρτης, τα φοινικικά “Signes de Tanit” στην Τυνησία, εικονογράμματα και μάλιστα στην πιο αυθεντική τους χάραξη, στο κατά τα άλλα αδιάφορο Αρχαιολογικό Μουσείο της Καρχηδόνας» τονίζει ο ίδιος στο βιβλίο του «Το τυχαίο ως μέθοδος» (έκδοση του ΕΜΣΤ).

Ομως και τα θραύσματα αγγείων θα δώσουν έναυσμα για πολλά έργα, όπως η εικαστική εγκατάσταση που βλέπουμε στον σταθμό του μετρό στον Ελαιώνα, ενώ Ντεριντά, Χάιντεγκερ, Βιντγκεστάιν και ειδικά τα κείμενα που αναφέρονται με ανανεωτική διάθεση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία θα αποτελέσουν για τον ίδιο πηγή για μια άλλη ανάγνωση της ζωγραφικής.

«Χαρακτηρίζει μια ολόκληρη εποχή αμφισβήτησης, πειραματισμών και αναδιατύπωσης της καλλιτεχνικής γλώσσας αυτήν (την εποχή) του μεταμοντερνισμού» σημειώνει για τον Γιώργο Λαζόγκα η ιστορικός τέχνης και μουσειολόγος Κατερίνα Κοσκινά στην ίδια έκδοση. Ενας καλλιτέχνης αναγνωρίσιμος, μα με χαμηλό προφίλ, που τον απορροφούσε το έργο του και είχε την ευχέρεια να δουλεύει απερίσπαστος στο μεγάλο στούντιο που βρισκόταν στο ισόγειο της κατοικίας του στον Κεραμεικό -το μόνο κτίσμα που σχεδίασε ο ίδιος. Οπως έλεγε στην Κυριακή Μπεϊόγλου σε συνέντευξή του στις «νησίδες» τον Μάρτιο του 2018: «Δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να αυτοπροβληθώ. Πολλές φορές η κάποια προβολή μου, μεγάλη ή μικρή από τα μέσα, ήταν χωρίς να το επιδιώξω. Περίεργα, τα πράγματα με έφεραν εκεί που έπρεπε να βρίσκομαι και αυτό ώς έναν βαθμό ήταν τυχαίο!».

Και συμπλήρωνε: «Αισθανόμουν μια πληρότητα ως άτομο από παιδί κι αυτό οφείλεται στους γονείς μου. Ιδιαίτερα ο πατέρας μου είχε κατανόηση στις επιλογές μου, στα ανοίγματα που επιχειρούσα -πολλές φορές με επιπολαιότητα- ώστε να μην αφήνω κενά. Αισθάνομαι πλήρης. Ακόμα και τώρα, με την αφορμή της σοβαρής ασθένειάς μου, αισθάνομαι ότι είμαι πλήρης εμπειριών και δημιουργικότητας και ευνοημένος».

Efsyn.gr