Οι αντιρρήσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης για το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης για τη συνεπιμέλεια των τέκνων είναι γνωστές και έχουν καταγραφεί. Ωστόσο, χθες, ηχηρές ήταν οι διαφοροποιήσεις δύο βουλευτριών του κυβερνώντος κόμματος, οι οποίες κατακεραύνωσαν τις επιχειρούμενες αλλαγές.

Οι Μαριέττα Γιαννάκου και Ολγα Κεφαλογιάννη με δύο ψύχραιμες τοποθετήσεις -που δεν απείχαν από τις ανάλογες επισημάνσεις και διαφωνίες της αντιπολίτευσης αλλά και του μεγαλύτερου μέρους των ειδικών φορέων και οργανώσεων- στάθηκαν στα πλέον προβληματικά σημεία του νομοσχεδίου εκφράζοντας εντονότατες αντιρρήσεις.

«Οι αποφάσεις για το συμφέρον του παιδιού και τα δικαιώματα των γονέων δεν πρέπει να ρυθμίζονται άκαμπτα και οριζόντια με σολομώντειες λύσεις» είπε χαρακτηριστικά η Μ. Γιαννάκου, σχολιάζοντας την υποχρεωτική ποσόστωση του χρόνου επικοινωνίας των παιδιών και με τους δύο γονείς, χρόνος ο οποίος οφείλει να εξετάζεται ξεχωριστά σε κάθε περίπτωση ώστε να μη διαφοροποιείται η ποιότητα του χρόνου που μοιράζεται κάθε γονέας με το παιδί του.

«Ολα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε παρανοϊκές καταστάσεις υπολογισμών ενώ με την προτεινόμενη διατύπωση, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο μετατρέπεται σε τροφό και διεκπεραιωτή της καθημερινότητας και ο άλλος θα έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την ευχαρίστηση. Τι θα γίνει με την περίοδο θηλασμού ενός βρέφους ή ενός νηπίου; Είναι το ίδιο με ένα παιδί 15 ετών;

Τα παιδιά έχουν ανάγκη από σταθερότητα στο περιβάλλον. Αυτό θα σας το πουν οι πραγματικοί επιστήμονες. Και οι πραγματικοί επιστήμονες επί του αντικειμένου είναι οι ψυχίατροι και εκείνοι που σε άλλες χώρες παρακολουθούν την οικογένεια εκ του σύνεγγυς (κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι σε προνοιακές δομές)» σημείωσε η κ. Γιαννάκου και πρόσθεσε: «Η ρύθμιση της επιμέλειας πρέπει να αποφασίζεται με κριτήριο το κάθε παιδί, χωρίς να επιβάλλεται υποχρεωτική νομοθετική ρύθμιση συνεπιμέλειας, ούτε υποχρεωτικός χρόνος διαμονής των παιδιών με καθέναν από τους γονείς. Κάθε φορά πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη λύση, αλλιώς πολύ συχνά θα προκύπτουν έντονες διαφωνίες και οι γονείς θα τρέχουν πάλι στα δικαστήρια».

Η πρώην υπουργός σχολίασε καυστικά την από κοινού και εξίσου γονική μέριμνα, τονίζοντας «Δεν την ασκούν εξίσου εντός του γάμου και θα την ασκήσουν εκτός του γάμου; Το “εξίσου” εισάγει με πονηρό τρόπο την εναλλασσόμενη κατοικία, κύριε υπουργέ, και αυτό δεν μπορείτε να το διαψεύσετε» και ζητώντας να αποφαίνεται ειδικός παιδοψυχίατρος για τη συνεκτίμηση της γνώμης του τέκνου.

Οι δεσμοί

Στη διάταξη για τους απαραίτητους δεσμούς του παιδιού με την οικογένεια του γονέα που δεν διαμένει με το παιδί, η κ. Γιαννάκου αναρωτήθηκε πώς ακριβώς ορίζεται η οικογένεια; «Η αδελφή του, οι γονείς του, η εξαδέλφη του, η νέα οικογένεια που έχει κάνει; Αυτό είναι πολύ αόριστο και δεν μπορεί να γίνει υποχρεωτικό για ένα παιδί» είπε. Παράλληλα, τόνισε την αντίφαση ανάμεσα στην απαίτηση για οριστική καταδίκη κακοποιητή γονέα τη στιγμή που δεν απαιτείται καταδίκη για άλλα ελαφρότερα ποινικά αδικήματα, όπως η μη καταβολή διατροφής ή η παρεμπόδιση επικοινωνίας.

Από την πλευρά της η Ολγα Κεφαλογιάννη υποστήριξε ότι οι διατάξεις του νομοσχεδίου που εξειδικεύουν το συμφέρον του παιδιού έχουν γονεοκεντρικό χαρακτήρα. «Το βλέπουμε στο άρθρο που προβλέπει ότι η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους όπως η ικανότητα και η πρόθεση καθενός από τους γονείς να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά του κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα κ.λπ. Το συμφέρον του παιδιού, ορθώς, προστατεύεται από τον νόμο ως γενική έννοια.

Ο ρόλος της δικαστικής λειτουργίας, όμως, είναι αναντικατάστατος για την εξειδίκευσή του. Διότι το συμφέρον του παιδιού διαφέρει κατά περίπτωση. Αλλωστε, η αρμόδια για την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού επιτροπή του ΟΗΕ αναφέρει ότι το συμφέρον του παιδιού δεν έχει στεγανά και εξειδικεύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση» είπε.

Η Ο. Κεφαλογιάννη στην τοποθέτησή της, όπως και σε πρόσφατο άρθρο της στην εφημερίδα «Εστία» (10 Μαΐου), τόνισε τη σημασία του οικογενειακού δικαστηρίου και του θεσμού του εξειδικευμένου δικαστή οικογενειακού δικαίου που επιλαμβάνεται στις περιπτώσεις αντιδικίας.

Στιγμάτισε και αυτή με τη σειρά της την εισαγωγή του όρου «εξίσου» στη διάταξη για τη γονική μέριμνα. «Πώς είναι δυνατόν όταν οι γονείς ζουν μαζί να μην ασκούν εξίσου τη γονική μέριμνα, ενώ όταν χωρίσουν να την ασκούν; Και εφόσον δεν την ασκούσαν εξίσου κατά τον γάμο, δεν είναι αδόκιμο, άστοχο, να λέμε ότι εξακολουθούν να την ασκούν μετά τη λύση ή ακύρωσή του;» διερωτήθηκε.

Φανερά εκνευρισμένος, ίσως επειδή δεν περίμενε τα φίλια πυρά, ο υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Τσιάρας απέδωσε στην προσθήκη τής «από κοινού και εξίσου γονικής μέριμνας» εμφατικό ρόλο και όχι πρόθεση να ανοίξει παράθυρο υποχρεωτικής συνεπιμέλειας. «Στην αρχή, συζητώντας μαζί μου, αναγνωρίσατε τα προβλήματα και μετά αρνηθήκατε να τα αποδεχτείτε. Λυπάμαι!

Χάσαμε την ευκαιρία για συναίνεση. Οι απαντήσεις στα ερωτήματά σας υπάρχουν στα άρθρα», είπε, κόβοντας γέφυρες διαλόγου. Φυσικά, υπεραμύνθηκε της διάταξης για οριστική καταδικαστική απόφαση (και όχι αμετάκλητη, όπως προβλεπόταν αρχικά) στις περιπτώσεις κακοποιητών συζύγων, καταδίκασε τις πρόσφατες επιθέσεις σε βάρος των δικαστών και παρέθεσε τις αλλαγές που αποδέχτηκε. «Οι μεταρρυθμίσεις χρειάζονται και γενναιότητα και πολιτικό κόστος!» δήλωσε θριαμβευτικά.

Ο ίδιος, κατά την αρχική του τοποθέτηση στη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή, εμφανίστηκε χωρίς επιχειρήματα, αντιφατικός, δίνοντας έωλες απαντήσεις, κάνοντας μεγαλόστομες διακηρύξεις και ευχολόγια, ενώ επιδόθηκε σε σωρεία ανυπόστατων ισχυρισμών εναντίον βουλευτών της αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝ.ΑΛΛ., ΜέΡΑ25).

Η απάντηση

Με οδηγό τα πολλά σχόλια που κατατέθηκαν στη διαβούλευση, ο Κ. Τσιάρας δικαιολόγησε την «ορθότητα» του νομοσχεδίου, ενώ απέδωσε την ανάγκη αλλαγής του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου στην «παλαιότητα» του προηγούμενου νόμου (ν.1329/83) και στο ότι σήμερα έχουν αλλάξει οι ρόλοι των γονέων. «Για ένα παιδί οι γονείς είναι το ίδιο πολύτιμοι!» είπε εμφατικά, ενώ κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι επί κυβερνήσεώς του το θέμα μπήκε στο συρτάρι λόγω «πολιτικού κόστους» παρά το γεγονός ότι είχε συσταθεί σχετική νομοπαρασκευαστική επιτροπή. Δεν εξήγησε, βέβαια, τον λόγο που ο ίδιος έβαλε το πόρισμα της δικής του νομοπαρασκευαστικής -κυριολεκτικά- στο συρτάρι, ούτε απάντησε στο ποιοι ήταν τελικά οι συνομιλητές του τη στιγμή που όλες οι αρμόδιες οργανώσεις και οι φορείς δηλώνουν ότι ήταν αμέτοχοι.

Ο υπουργός αποκάλυψε άθελά του ποιοι ήταν τελικά οι συνομιλητές του όταν αναφέρθηκε στο αίτημα για ισόχρονη διαμονή των παιδιών και με τους δύο γονείς και υποχρεωτική συνεπιμέλεια και όταν στήριξε την αναγκαιότητα του νομοσχεδίου στη βάση των χιλιάδων αποφάσεων για υποχρέωση καταβολής διατροφής. Ο Κ. Τσιάρας δικαιολόγησε την άρνησή του για θέσπιση οικογενειακών δικαστηρίων λέγοντας ότι είναι αδύνατον να οργανωθούν σε επίπεδα πρωτοδικείου και γι’ αυτό επιλέχτηκε η επιμόρφωση των δικαστών. «Το νομοσχέδιο έχει παιδοκεντρικό χαρακτήρα και δεν παίρνουμε καμία πλευρά.

Είναι ένα βήμα μπροστά σε μια μετριοπαθή και υπεύθυνη μεταρρύθμιση [σ.σ. στη δευτερολογία του, βέβαια, τη χαρακτήρισε «γενναία και εμβληματική»]. Ολη η προσπάθεια γίνεται ώστε να μπορούν οι δύο γονείς να λύνουν τις διαφορές τους εκτός δικαστηρίου. Στο ευρωπαϊκό δίκαιο υπάρχει η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας μετά τον χωρισμό. Να γλιτώσουμε τον ανθρώπινο πόνο! Ο λόγος όμως ανήκει πάντα στη Δικαιοσύνη, ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου. Ενσωματώσαμε σχόλια και προτάσεις για να έχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα. Εχω ακούσει μόνο κριτική και όχι προτάσεις μέχρι τώρα!» είπε.

● Συνεχίζεται σήμερα η συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για το νομοσχέδιο Τσιάρα με τη -μοναδική- ακρόαση είκοσι φορέων, παρά τις αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης για την ανάγκη δύο συνεδριάσεων.

Efsyn.gr