Έχετε στραφεί  με σφοδρότητα κατά των πολιτικών λιτότητας και των μνημονίων, σε σημείο που αποχωρήσατε από την τρικοματική κυβέρνηση το καλοκαίρι του 2013. Πώς κρίνετε την κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ η οποία κατέληξε σε ένα τρίτο επαχθές μνημόνιο;

Η πρόσφατη συμφωνία με τους δανειστές είναι το αποτέλεσμα μιας εξάμηνης διαπραγμάτευσης, η οποία χαρακτηρίσθηκε από την προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να διεθνοποιήσει το πρόβλημα της λιτότητας και της ανθρωπιστικής κρίσης, έχοντας να αντιμετωπίσει εξαιρετικά δυσμενείς συσχετισμούς. Το αποτέλεσμα προσδιορίστηκε τόσο από την φανατική εμμονή της σκληρής μερίδας των εταίρων σε πολιτικές αποδεδειγμένα υφεσιακές και αποτυχημένες, αλλά και από λάθη που διέπραξε η ελληνική πλευρά, παγιδευμένη άλλοτε από προσωπικές στρατηγικές συγκεκριμένων κυβερνητικών αξιωματούχων και άλλοτε από ψευδαισθήσεις που καλλιεργήθηκαν προεκλογικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμφωνία στην οποία κατέληξε η κυβέρνηση είναι βαριά.

Αν συνοδευτεί από ένα πακέτο πολιτικών – και τούτο είναι δυνατό-  που θα αντιρροπεί τη λιτότητα,  μαζί με μια πολιτική ανάπτυξης και από μια νέα συμφωνία αναδιάρθρωσης του χρέους, μπορεί να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να γυρίσει η χώρα σελίδα.

Σας ενόχλησε το παρ΄ολίγον «πραξικόπημα της δραχμής;»

Θα ήθελα να μην ήταν αλήθεια πολλά από αυτά που είδαν το φως της δημοσιότητας, αλλά φοβούμαι ότι, πράγματι, μια μερίδα στελεχών της Αριστεράς εγκλωβίσθηκε στην αυταπάτη ότι ο τόπος θα ξεπεράσει τα δεινά του επιστρέφοντας στη δραχμή. Εγκλωβίσθηκε,  με άλλα λόγια,  σε ένα σχέδιο καταστροφής, που θα βαλκανοποιούσε τη χώρα και θα βύθιζε στη μόνιμη φτώχεια τους πιο φτωχούς και αδύναμους συμπολίτες μας. Ευτυχώς,  η μεγάλη πλειοψηφία του κυβερνώντος κόμματος και ιδίως ο πρωθυπουργός απέτρεψαν το σχέδιο και κράτησαν τη χώρα στη φυσική κοιτίδα της: την ευρωζώνη. Τα συμφέροντα της  κοινωνίας, άλλωστε, και ειδικά των κοινωνικών ομάδων που χτυπήθηκαν  βαρύτατα από την κρίση,  συνδέονται άρρηκτα με την παραμονή μας στο σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το όνομα σας ακούγεται πολύ στο πλαίσιο της διεύρυνσης που συζητά η Κουμουνδούρου. Σας ενδιαφέρει αυτή η προοπτική;

Σε ολόκληρη την πολιτική διαδρομή μου δεν έβαλα ποτέ το προσωπικό πάνω από το συλλογικό. Δεν το έπραξα – και με τούτο απαντώ σε διάφορα ανύπαρκτα και αβάσιμα που εξακολουθούν να διακινούν διάφοροι κύκλοι – ούτε όταν συνειδητοποίησα ότι τα συστήματα εξουσίας ήταν διατεθειμένα να διασφαλίσουν μια απρόσκοπτη πορεία στη ΔΗΜΑΡ, με την προϋπόθεση ότι το κόμμα μας και εγώ θα συναινούσαμε στα εντελλόμενα. Δεν το πράξαμε και δεν μετανιώνω. Υπενθυμίζω τη στάση μας στη διαδικασία εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας…

Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζω και τη σημερινή κατάσταση. Πέρα από όσα ακούγονται ή γράφονται, η φροντίδα μου δεν είναι άλλη από το να συμβάλλω με όλες μου τις δυνάμεις στην προοδευτική διακυβέρνηση του τόπου και στην έξοδο της χώρας από το θανάσιμο κύκλο της κρίσης. Το στοίχημα για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι να αποδείξει ότι η Αριστερά δεν είναι κατάλληλη μόνο για να αντιπολιτεύεται, αλλά ικανή να κυβερνά με κοινωνική ευαισθησία, ρεαλισμό και ευθύνη. Και σ’ αυτή την υπόθεση οφείλουν να συμβάλλουν όλοι, βάζοντας κατά μέρος ιδιοτέλειες, σκοπιμότητες και προσωπικές στρατηγικές.

Η ΔΗΜΑΡ έχει σχεδόν δώσει τα χέρια με το ΠαΣοΚ. Εσείς τί θα κάνετε αν επιβεβαιωθεί η συμπόρευση των δύο κομμάτων;    

Θεωρώ ότι οι προγραμματικές επεξεργασίες του κόμματος, οι θέσεις του, όπως αυτές επικυρώθηκαν και από το πρόσφατο συνέδριο μας, αλλά και το αξιακό φορτίο της ανανεωτικής Αριστεράς που μεταφέρει, δεν δικαιολογούν πολιτικά και δεν επιτρέπουν την επιλογή εκλογικής σύμπλευσης με το ΠΑΣΟΚ. Αν παρ΄ όλα αυτά, η πλειοψηφούσα τάση της  Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜΑΡ το επιβάλει, δεν είμαι διατεθειμένος σε καμία περίπτωση να συνεργήσω.