«Νομίζω ότι σε κάθε διάλογο γύρω από τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, όπως με την ευκαιρία της συνταγματικής αναθεώρησης, κατ’ αρχάς είναι κεφαλαιώδης η συναίνεση πάνω σε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας, ώστε να αποφευχθούν παρεξηγήσεις από τη χρήση αόριστων όρων.

Διαφορετικά η συζήτηση φοβάμαι ότι θα εξελιχθεί απλώς σε ανταλλαγή συνθημάτων. Η πρόταση εισαγωγής στο Σύνταγμα του “θρησκευτικά ουδέτερου κράτους” πρέπει να διευκρινιστεί πριν από την έναρξη οποιαδήποτε σχετικής διαβούλευσης.

Για παράδειγμα, η αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας, που ισχύει βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεν εμπόδισε μέχρι σήμερα το Ηνωμένο Βασίλειο να είναι μέρος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παρότι αρχηγός της Αγγλικανικής Εκκλησίας είναι η Βασίλισσα της Αγγλίας.

Επιπλέον, ο όρος “επικρατούσα θρησκεία” στο Ελληνικό Σύνταγμα, παρά τις παρανοήσεις που προκαλεί σε έναν μη νομικό, ερμηνεύεται από την πλειονότητα του νομικού κόσμου ότι έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα.

Αποτελεί συνταγματικό τεκμήριο ότι η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών είναι μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γεγονός που οφείλει να συνεκτιμά και να λαμβάνει υπ’ όψιν ο κοινοβουλευτικός νομοθέτης και η κρατική διοίκηση π.χ. κατά τη διαμόρφωση της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Εάν κάποιοι παρερμηνεύουν τον όρο της επικρατούσας θρησκείας δεν σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξει το Σύνταγμα, αλλά ότι πρέπει να πάψουν οι παρερμηνείες του.

Οσο για την κρατική μισθοδοσία του κλήρου, δεν αποτελεί νομικά αδικαιολόγητο προνόμιο ή θεοκρατικό κατάλοιπο, αλλά έχει αποζημιωτική λειτουργία έναντι της σχεδόν ολοκληρωτικής αφαίρεσης της εκκλησιαστικής περιουσίας, που χωρίς αποζημίωση κατέχει και μέχρι σήμερα εκμεταλλεύεται το Ελληνικό Δημόσιο.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σύμφωνη με την κατοχύρωση ενός εποπτικού και λιγότερο παρεμβατικού Κράτους σε σχέση με τα εσωτερικά της ζητήματα.

Είναι όμως έτοιμη η Ελληνική Πολιτεία να πάψει να επιλέγει και να διορίζει βάσει νόμου τους μουφτήδες της Δυτ. Θράκης;

Είναι έτοιμη να παραδώσει το Τέμενος, που πρόκειται να δημιουργήσει στον Ελαιώνα, στη διοίκηση και διαχείριση των μουσουλμανικών θρησκευτικών ενώσεων, αντί της κρατικής διοίκησής του (νόμος Γιαννάκου, 2006); Είναι έτοιμη η Πολιτεία να αναθεωρήσει τις επίσημες αργίες του Κράτους που είναι μεγάλες θρησκευτικές εορτές;

Είναι έτοιμο το Κράτος να συζητήσει την απόδοση στην Εκκλησία σημαντικών θρησκευτικών μνημείων της, που σήμερα κατέχονται από το Δημόσιο ως “αρχαιολογικά μνημεία” ή να επιτρέψει στην Εκκλησία να ιδρύσει και να λειτουργεί χριστιανικά νεκροταφεία, αντί των δημοτικών κοιμητηρίων;

Εκ κατακλείδι, δεν πιστεύω ότι οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι έχουν τη λαϊκή εντολή να αποκόψουν την ιδεολογία του Συντάγματός μας από το ιστορικό του παρελθόν και από αρχές και αξίες της Ελληνικής Επανάστασης».

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 30/07/2016