Τα πραγματικά δεδομένα του τελευταίου χρονικού διαστήματος, τα οποία δεν είναι άλλα από τη συμφωνία των Βρυξελλών (13 Ιουλίου 2015), την ψήφιση του τρίτου Μνημονίου στο ελληνικό Κοινοβούλιο (14 Αυγούστου 2015), τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ με τη δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας (21 Αυγούστου 2015) και τις επικείμενες εκλογές (20 Σεπτεμβρίου 2015), θέτουν προς εξέταση τα ζητήματα που αναφέρονται στην ιδεολογική φυσιογνωμία και προ πάντων στην πολιτική ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ.

Πράγματι, όσοι συμμετέχουν στη δημόσια σφαίρα στη διαμόρφωση της συλλογικής πολιτικής συνείδησης της κοινωνίας μας, είτε ως πολίτες είτε ως πολιτικοί, διαπιστώνουν, ότι οι συζητήσεις που αναφέρονται στα σχετικά προβλήματα έχουν στην κυριολεξία πάρει φωτιά.

Ενα ερώτημα που τίθεται διατυπώνεται ως εξής: «Εγινε ο ΣΥΡΙΖΑ μνημονιακό κόμμα και δεν διαφέρει σε τίποτε από τα κόμματα της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ;».

Αλλο ερώτημα: «Εγκατέλειψε άραγε ο ΣΥΡΙΖΑ την αριστερή ριζοσπαστική ιδεολογία του και προσαρμόστηκε στην αμείλικτη νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα, η οποία εκφράζεται παγκοσμίως μέσω του δόγματος ΤΙΝΑ;».

Τα σχετικά ερωτήματα μπορούν να αναπτυχθούν σε καταλόγους των οποίων ο αριθμός μπορεί να τείνει προς το άπειρο.

Εκείνο που ενδιαφέρει όλους μας είναι να θέσουμε με πολιτικούς όρους το πρόβλημα της ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ στις νέες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες του τόπου μας.

Εξ αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, εκτός από αριστερή κομματική συλλογικότητα, είναι και κυβέρνηση, ασκεί δηλαδή κυβερνητική εξουσία. Είναι ένα αριστερό κόμμα στην εξουσία.

Οσοι υποστηρίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει ιδεολογική στροφή ή ότι έχει εγκαταλείψει την κομματική ιδεολογία του κατά την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας, δεν έχουν αποσαφηνίσει προηγουμένως στην επιχειρηματολογική τους αλυσίδα τα κριτήρια βάσει των οποίων καταλήγουν σ’ ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Στην κατηγορία αυτήν ανήκει η παλαιά μειοψηφία της Αριστερής Πλατφόρμας, η οποία αρνιόταν συστηματικά να εντάξει τον εαυτό της σε μαθησιακές διαδικασίες, οι οποίες επιτρέπουν σε κάθε πολιτικώς δρώντα να κατανοήσει τον καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στο κυβερνητικό έργο και τον ρόλο του κόμματος στην πολιτική κοινωνία.

Αλλά ας επανέλθουμε στα κριτήρια βάσει των οποίων κρίνεται η πολιτική ταυτότητα μιας κομματικής συλλογικότητας, στην προκειμένη περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ.

Τα κριτήρια αυτά είναι τρία: η ιδεολογία, η στρατηγική και η συγκυρία. Κανένα απ’ αυτά τα κριτήρια δεν μπορεί από μόνο του να λειτουργήσει ως αποκλειστικό θεμέλιο για τη φυσιογνωμία και την ταυτότητα ενός κόμματος.

Αυτή η θέση μου ισχύει πολύ περισσότερο για ένα αριστερό κόμμα, όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος καλείται να υποστασιοποιήσει και μετά τις επικείμενες εκλογές αυτό που στην τρέχουσα πολιτική γλώσσα ονομάζουμε «κυβερνώσα Αριστερά».

Εάν ανατρέξουμε στην ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία, θα διαπιστώσουμε ότι κανένα κόμμα (είτε πρόκειται για συντηρητικό είτε για σοσιαλδημοκρατικό είτε για αριστερό) δεν εφάρμοσε κατά την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας ακραιφνώς και με απαιτήσεις καθαρότητας την ιδεολογία του.

Η ιδεολογία πάντοτε ορίζει το γενικό πλαίσιο του πολιτικού προσανατολισμού της κυβερνητικής εξουσίας. Και το ίδιο το κόμμα λειτουργεί ως το μετα-επίπεδο της κριτικής συνείδησης στις πολιτικές αποφάσεις και πράξεις της κυβέρνησης.

Επιπλέον θα πρέπει να τονιστεί ότι η ιδεολογία δεν είναι κλειστό σύστημα ιδεών αποκομμένο από την κοινωνία και τις πραγματολογικές συνθήκες του κοινωνικού βιόκοσμου. Για παράδειγμα, η ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης και οι πολιτικές εφαρμογές της εξαρτώνται από τις ιστορικές και πραγματολογικές συνθήκες κάθε εποχής και κάθε κοινωνίας.

Ολοι μας, επομένως, κατανοούμε στο σημείο αυτό τον ρόλο και τη σημασία της στρατηγικής ως μεθόδου προσαρμογής των ιδεών στις ιστορικο-κοινωνικές συνθήκες κάθε εποχής.

Τονίζω με έμφαση ότι το πολιτικό έργο ενός αριστερού κόμματος (στην προκειμένη περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ ως «κυβερνώσα Αριστερά») έγκειται ακριβώς σ’ αυτή τη διαδικασία: πως μπορεί να κάνει πράξη στις συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες τις ιδέες της απελευθέρωσης του ανθρώπου.

Οι ιδέες αυτές είναι οι ιδέες του πολιτικού διαφωτισμού και δεν μπορούν να ενταφιαστούν κάτω από τα Μνημόνια. Και όλοι εμείς, στον βαθμό που αυτοπροσδιοριζόμαστε ως πολίτες και δεν γινόμαστε φυσικές «γυμνές υπάρξεις», μπορούμε να παλεύουμε γι’ αυτές τις ιδέες και υπό το καθεστώς των Μνημονίων.

Η ριζοσπαστική πολιτική ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ, τελικά, δεν κρίνεται στο επίπεδο της αφηρημένης ιδεολογίας, αλλά στο πεδίο της συγκεκριμένης πάλης και σύγκρουσης με τους πραγματικούς εχθρούς.

Οσοι έχουν εξοικειωθεί με την πολιτική φιλοσοφία του Χέγκελ δεν θα διστάσουν να αναγνωρίσουν στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ αυτό που ο Γερμανός φιλόσοφος ονομάζει «συγκεκριμένη άρνηση».

Με τα λόγια της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας ο ΣΥΡΙΖΑ, ως «κυβερνώσα Αριστερά», επωμίζεται να εφαρμόσει το τρίτο κατά σειρά Μνημόνιο στην ελληνική οικονομία και κοινωνία και από τα μέσα επιχειρεί την αποδόμησή του στη βάση του προγράμματος των ιδεών του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι θα εργαστεί -στο επίπεδο του κυβερνητικού έργου- να είναι αποτελεσματικό αυτό το Μνημόνιο, μολονότι «δεν πιστεύει σ’ αυτό». Κάνει δηλαδή μια δήλωση αναστοχασμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως εγελιανή «συγκεκριμένη άρνηση» των Μνημονίων, έθεσε δύο μείζονες παραμέτρους.

Πρώτον, να ενταχθούν οι ιδέες του πολιτικού διαφωτισμού και οι πρακτικές εφαρμογές τους στο πρόγραμμα του Μνημονίου και, δεύτερον, να επανεξεταστεί το πολιτικό πρόβλημα του ελληνικού κρατικού χρέους.

Συνοψίζοντας, πρέπει να τονιστεί ότι η καθαρή ιδεολογία είναι ένας παραμορφωτικός καθρέφτης για μια Αριστερά που επιδιώκει να είναι «κυβερνώσα».

Επιπλέον, η στρατηγική της προσαρμογής στην ιστορικο-κοινωνική πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι τυφλή, αλλά είναι αποτελεσματική μόνον εάν έχει προσανατολισμό και στόχο.

Και, τέλος, η συγκυρία δεν είναι υπόθεση ιστορικής τυχαιότητας, αλλά ορθολογικού προγραμματισμού. Και όπως φαίνεται, ο ΣΥΡΙΖΑ, εκ των πραγμάτων, καθίσταται ο εκφραστής του πολιτικού πνεύματος της εποχής μας.

*Ο Θεόδωρος Γεωργίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών