Υπάρχει όντως ένα ουσιαστικό ερώτημα που προβληματίζει πολλούς. Πώς συμβιβάζεται η διαχείριση, από μια Αριστερή Κυβέρνηση, ενός προγράμματος περιοριστικής πολιτικής (μνημόνιο), που έχει τη «λογική» και τη «συνταγή» της Τρόικας;

Η απάντηση συναρτάται με δύο διερευνήσεις: α) Τι τύπου κρίση έχουμε και πώς αντιμετωπίζεται; Και β) για ποια Αριστερά μιλάμε, δεδομένου ότι, κάτω από το γενικό αυτό τίτλο, συνυπάρχουν πολλές εκδοχές της.

Συνοπτικά, η ελληνική κρίση έχει εθνική αφετηρία και δικά της χαρακτηριστικά, συνδέεται όμως και με την ευρωπαϊκή και διεθνή οικονομική κρίση. Υπάρχουν κατ’ αρχάς οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος, με κριτήριο τον «τρόπο λειτουργία του», σ’ όλο τον μεταπολιτευτικό κύκλο. Όμως καθοριστικές για τη «χρεοκοπία» της χώρας υπήρξαν οι πράξεις και οι παραλήψεις της πολιτικής εξουσίας, μετά την είσοδό μας στη ζώνη του ευρώ. Υποτιμήθηκε η ανάγκη μίας ευρείας μεταρρυθμιστικής (θεσμικής και παραγωγικής) ανασύνθεσης της χώρας και συνεχίστηκε ένας «αδιέξοδος δρόμος». Κατά συνέπεια, η «κύρια ευθύνη» για ό,τι μας συμβαίνει σήμερα, περιβάλλεται με «εθνικά χρώματα».

Υπάρχει όμως και η ευρωπαϊκή διάσταση, που συνδέεται, αφενός, με τα αρχικά προβλήματα «δομής» της ατελούς νομισματικής ένωσης και τα ανύπαρκτα βήματα εξέλιξής της, και αφετέρου με τη λανθασμένη ευρωπαϊκή «συνταγή» αντιμετώπισής της.

Το «λάθος» βρίσκεται στην επιλογή μιας υπερβολικής σε μέγεθος και γρήγορης από πλευράς χρόνου μείωσης των ελλειμμάτων, που αντί να οδηγήσει σε ανάπτυξη, όχι μόνο δεν «έβαλε φρένο» στην ύφεση, αλλά της έδωσε «αυξητικό ρυθμό».

Δημοσιονομική προσαρμογή έπρεπε να γίνει με βάση τα ειδικά χαρακτηριστικά της ελληνικής περίπτωσης. Όχι όμως του τύπου που έγινε και  «έπνιξε» τη χώρα.

Το λάθος της «συνταγής» δεν είναι τυχαίο, αν και συνδέεται και με ανικανότητες διαπραγμάτευσης των Κυβερνήσεων της πρώτης και δεύτερης μνημονιακής περιόδου.

Η λιτότητα ήταν και είναι μια συνειδητή πολιτική επιλογή μείωσης του κοινωνικού κράτους και ενίσχυσης της κυριαρχίας των αγορών στο όνομα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, που προωθεί σήμερα ο ηγεμονικός ευρωπαϊκός συσχετισμός δυνάμεων.

Διεκδικούν το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών ωφελειών από τη νομισματική ένωση, χωρίς όμως να θέλουν να συμμετέχουν και στους κινδύνους της μέσω μεταφοράς πόρων, ευρωομολόγων κ.λπ…

Τι κάνει η Αριστερά ως κυβέρνηση σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον; Εξαρτάται για ποια Αριστερά μιλάμε. Εάν είναι ευρωπαϊκή, δηλαδή πιστεύει στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, και δημοκρατική, με όραμα ένα δημοκρατικό κοινοβουλευτικό σοσιαλισμό, ο δρόμος είναι σαφής.

Αξιοποιεί τα περιθώρια ελευθερίας, που επιτρέπουν οι ευρύτεροι συσχετισμοί, λαμβάνοντας υπ’ όψιν, το ιστορικό πλαίσιο της εποχής μας. Προωθεί μεταρρυθμιστικές πολιτικές με θετικό κοινωνικό πρόσημο. Επιδιώκει τη μείωση των ανισοτήτων. Προωθεί, μέσω δημοκρατικά νομιμοποιημένων πολιτικών, διαδικασίες εποπτείας των αγορών. Ενισχύει και εμβαθύνει τη δημοκρατία με κριτήριο τη διεύρυνση της κοινωνικής και υλικής ισότητας. Συγκρούεται με τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Υποστηρίζει έναν εκσυγχρονισμένο και αποτελεσματικό κοινωνικά δημόσιο τομέα, ως «μοχλό» μιας ευρύτερα κεϋνσιανής πολιτικής και οικονομικής εξισορρόπησης.

Η σύγχρονη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά έχει πια στο DNA της τη δημοκρατία και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ως πεδίο όχι μόνο αγώνων αλλά και προορισμού, με τις δικές της βέβαια ιδεολογικοπολιτικές αποσκευές, που ταιριάζουν με τις ιδρυτικές αξίες της Ευρώπης.

Με αυτά τα δεδομένα, ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, έχει σημαντικό «ζωτικό χώρο» πολιτικής παρέμβασης. Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει το ευρωπαϊκό περιοριστικό πλαίσιο που παρέλαβε ως κυβέρνηση. Θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα και έξω από μια εθνική και ευρωπαϊκή στρατηγική, για ένα κόμμα με τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής  Αριστεράς. Στην αντιπολίτευση, οι κριτικές του ΣΥΡΙΖΑ για τις ευθύνες του «παλαιού πολιτικού συστήματος», την ευρωπαϊκή διάσταση της κρίσης και τη «λάθος συνταγή», έχουν αποδεχθεί ορθές.

Υποτίμησε, όμως, τις κυβερνητικές δυσκολίες, τους δυσμενείς ευρωπαϊκούς συσχετισμούς και καλλιέργησε «αυταπάτες», ως προς τις δυνατότητες, που θα είχε ως κυβέρνηση. Αυτό της κόστισε και της κοστίζει «πολιτικά».

Από την άλλη, όμως, η ευρύτερη κατανόηση, ενός μακροπρόθεσμου «δημοκρατικού, ευρωπαϊκού και προοδευτικού δρόμου» αγώνων, δυσκολιών και συμβιβασμών, με βάση τις ανάγκες της συγκυρίας, είναι πλέον συστατικό στοιχείο της ταυτότητας της σύγχρονης ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβέρνηση, διαμορφώνει ένα πλαίσιο εξόδου από την επιτήρηση και την κρίση, χωρίς άμεση ανατροπή του δυσμενούς για τη χώρα ευρωπαϊκού πλαισίου – πράγμα με βάση τους συσχετισμούς αδύνατο-  θέτοντας τρία κρίσιμα στοιχεία:

α) υποστήριξη των πιο αδύναμων κοινωνικά στρωμάτων, β) την ανάσχεση της ύφεσης και γ) την αναδιάρθρωση του χρέους ως βασικό στοιχείο για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας.

Από την επιτυχία των στόχων αυτών, το επόμενο διάστημα θα κριθεί τελικά η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ και θα αποδειχθεί η «συμβατότητα» μιας Αριστερής κυβέρνησης με μια «μνημονιακή συμφωνία» (στοίχημα), την οποία  αναγκαστικά «πήρε στην πλάτη της».

Η ευρωπαϊκή συγκυρία είναι εξαιρετικά δύσκολη αλλά εμπεριέχει και ευκαιρίες καθώς η διαχείριση των ευρωπαϊκών κρίσεων (χρέους και προσφυγικού) με εθνικούς όρους υπονομεύει τη συνοχή και την εμβάθυνση του ευρωπαϊκού σχεδίου (το μεγάλο στοίχημα) και κάτι πρέπει να γίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση…

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 31/03/2016