Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν κάλυπτα την Ιταλία για την Wall Street Journal, δημοσίευσα μια μέρα το πορτρέτο ενός δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία ονόματι Σίλβιο Μπερλουσκόνι που είχε χρησιμοποιήσει την περιουσία που είχε κάνει στην αγορά ακινήτων για να δημιουργήσει μια ολόκληρη ιδιωτική τηλεοπτική αυτοκρατορία.

Ο Μπερλουσκόνι με κάλεσε τότε στο γραφείο του, σε ένα μέγαρο του Μιλάνου. Ένα μεγάλο μέρος των διαφημιστικών εσόδων της ιταλικής τηλεόρασης κατέληγε ήδη στις τσέπες του. Αυτό που θυμάμαι ήταν η φωνή του (είχε εργαστεί ως ερμηνευτής ερωτικών τραγουδιών σε κρουαζιερόπλοια), η αυτοπεποίθησή του και ο κυνισμός του (είχα την εντύπωση ότι τα δερματόδετα βιβλία στα ράφια ήταν κενά). Μου έδειξε το ιδιωτικό τζετ του και καθώς με ξεπροβόδιζε μου είπε ότι είναι μακράν «ο πιο πλούσιος άνθρωπος στην Ιταλία». Όταν του αντέτεινα ότι ο Τζοβάνι Ανιέλι, τότε πρόεδρος του ομίλου FIAT, πρέπει να ήταν πιο πλούσιος από εκείνον, κάγχασε. Το δικό του νέο χρήμα ήταν πολύ περισσότερο από το παλιό χρήμα του Ανιέλι.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1994, ο Μπερλουσκόνι εκλεγόταν πρωθυπουργός, ως επικεφαλής ενός κεντροδεξιού κόμματος που είχε ιδρύσει ένα χρόνο νωρίτερα. Το σύνθημά του ήταν ότι, ως αυτοδημιούργητος δισεκατομμυριούχος, ήξερε να λύνει προβλήματα. Τον χλεύασαν. Έγραψαν αμέτρητα άρθρα εναντίον του. Αποκάλυψαν σκάνδαλα στα οποία ήταν αναμιγμένος. Αλλά εκείνος δεν καταλάβαινε τίποτα. Ήταν ένας πολιτικός από τεφλόν. Ήξερε να μιλά στο πλήθος. Ήταν ιδιοκτήτης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Πολλοί Ιταλοί έβλεπαν στο πρόσωπό του τον εαυτό τους. Έμεινε λοιπόν στην εξουσία για εννιά χρόνια, μέχρι την ατιμωτική του πτώση.

Κανείς απ’ όσους έχουν γνωρίσει τον Μπερλουσκόνι και έχουν παρακολουθήσει την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να αποφύγει τη σύγκριση ανάμεσα στους δύο πολιτικούς. Δεν είναι μόνο η διαδρομή από τα ακίνητα προς την πολιτική. Δεν είναι μόνο ότι θαυμάζουν και οι δύο τον Πούτιν. Ούτε η έμμονη ιδέα τους με τον ανδρισμό τους. Ή ο πλούτος τους. Ή η πεποίθησή τους ότι δεν βγήκε κανείς χαμένος επενδύοντας στην ανθρώπινη βλακεία.

Όχι, είναι κάτι στην ατμόσφαιρα. Η Αμερική είναι ώριμη για τον Τραμπ όπως η Ιταλία ήταν ώριμη για τον Μπερλουσκόνι. Ο Τραμπ αναδύεται μέσα από ένα σάπιο πολιτικό σύστημα, όπου είναι μεγάλη η δυσαρέσκεια για την εξαγωγή θέσεων εργασίας προς την Κίνα. Αναδύεται ακόμα μέσα από δύο χαμένους πολέμους, με την αμερικανική ισχύ να παρακμάζει και την κομματική αντιπαράθεση να οδηγεί σε παράλυση. Στο ομπαμικό Δόγμα της Αυτοσυγκράτησης, εκείνος αντιτάσσει το Δόγμα της Αναζωπύρωσης. Στη λογική απαντά με την οργή.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο Μπερλουσκόνι αναδύθηκε μέσα από τα ερείπια του κυριαρχούμενου από τους χριστιανοδημοκράτες μεταπολεμικού πολιτικού συστήματος της Ιταλίας. Όλα ήταν ρευστά καθώς οι ανακρίσεις «Καθαρά Χέρια» αποκάλυπταν αυτό που όλοι ήξεραν: Ότι η διαφθορά και ο χρηματισμός ήταν κεντρικά στοιχεία της ιταλικής πολιτικής. Δεν είχε καμιά σημασία που στο στόχαστρο των ανακριτών βρισκόταν κι ο ίδιος ο Μπερλουσκόνι: Ήταν καινούργιος, ήξερε να μιλά, κάποια μαγικά θα έκανε!

Αν εκλεγεί πρόεδρος, ο Τραμπ θα έχει το δάκτυλό του στο πυρηνικό κουμπί. Ο Μπερλουσκόνι δεν είχε αυτή την ευκαιρία. Ο Τραμπ θα έχει απέναντί του ισχυρούς θεσμούς, ο Μπερλουσκόνι δεν είχε. Ο Τραμπ θα είναι ο ηγέτης του ελεύθερου κόσμου, ενώ ο Μπερλουσκόνι διοικούσε από μια πόλη, τη Ρώμη, που είχε δείξει στο παρελθόν ότι κάθε είδους ισχύς είναι πεπερασμένη.

Αυτό που διδάσκει ο Μπερλουσκόνι είναι ότι ο Τραμπ μπορεί να διανύσει όλη τη διαδρομή σε μια χώρα που διψά για μια νέα πολιτική. Ο άνθρωπος που ήταν γνωστός ως «Ιππότης» κατέληξε να καταδικαστεί για απάτη και να πληρώνει μια ανήλικη πόρνη για να κάνει σεξ μαζί του. Χρειάστηκαν όμως 17 χρόνια, από το 1994 ως το 2011, για να πετάξει τελικά η Ιταλία τη χρυσόσκονη από τα μάτια της.
Αμερική, πρόσεχε, πριν να είναι αργά.

 *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “The New York Times”

* Ο πολλάκις βραβευμένος Ρότζερ Κόεν ξεκίνησε τη δημοσιογραφική καριέρα του ως freelancer και στη συνέχεια, εργάστηκε στο Reuters. To 1983, εντάχθηκε στο δυναμικό της The Wall Street Journal. Ο Ιανουάριος του 1990 τον βρίσκει στους The New York Times. Από τον Απρίλιο του 1994 έως τον Ιούνιο του 1995 καλύπτει τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία ως επικεφαλής του γραφείου της εφημερίδας για τα Βαλκάνια. Το 2002 αναλαμβάνει επισήμως επικεφαλής της κάλυψης διεθνών θεμάτων στους Times, σχεδιάζει και επιβλέπει την κάλυψη του πολέμου στο Αφγανιστάν. Από τα μέσα του 2006 αρθρογραφεί στην εφημερίδα (http://www.nytimes.com/column/roger-cohen). Συνυπογράφει μαζί με τον Κλαούντιο Γκάτι το «In the Eye of the Storm: The Life of General H. Norman Schwarzkopf» (1991) και έχει γράψει τα «Hearts Grown Brutal: Sagas of Serajevo» (1998) και «Soldiers and Slaves: American POWs Trapped by the Nazis Final Gamble» (2005). 

Πηγή: AΠΕ