Ίσως είναι η ανάγκη μας να πιστεύουμε στον δυτικό πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε. Ίσως είναι ζήτημα συλλογικής αυτοεκτίμησης. Έχουμε πάντως την τάση να πιστεύουμε σε ένα μύθο: Ότι στις δημοκρατίες μας ψηφίζουμε με βάση το μυαλό μας και όχι τα ένστικτά μας, τις προκαταλήψεις μας και τα αισθήματά μας. Όπως τον φόβο.

Ένα παράδειγμα είναι το δημοψήφισμα που θα πραγματοποιηθεί στις 23 Ιουνίου για την παραμονή της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε από πριν τι θα ψηφίσουμε. Εγώ, για παράδειγμα, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με το μυαλό, αλλά έχουν πολύ να κάνουν με το τι ήταν οι γονείς μου, πώς σκέφτονται οι φίλοι μου, ή πόσο μου αρέσει το ζαμπόν, ανήκω στον σκληρό πυρήνα που θα ψηφίσει κατά του Brexit. Το μοναδικό επιχείρημα που θα με έκανε να αμφιβάλλω θα ήταν ένα πιστόλι στον κρόταφο την ώρα που ψηφίζω.

Κάπως έτσι είναι σίγουρο ότι σκέπτονται και οι εθνικιστές που ήδη έχουν αποφασίσει ότι θα ψηφίσουν εναντίον της παραμονής της Βρετανίας στην ΕΕ. Όμηροι της αυτοκρατορικής νοσταλγίας, ανίκανοι να δεχθούν ότι η γη του Νέλσον και του Γουέλινγκτον και της βασίλισσας Βικτωρίας δεν θα ξαναγίνει αυτό που ήταν, αντιδρούν στην ιδέα της παραχώρησης μέρους της ταυτότητάς τους στην Ευρώπη, όσο έντονα θα αντιδρούσε ο μέγας μουφτής της Σαουδικής Αραβίας στον ισχυρισμό ότι ο Αλλάχ δεν υπάρχει.

Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, όπως συμβαίνει συνήθως με τις εκλογικές αναμετρήσεις, θα κριθεί από τους αναποφάσιστους. Οι τελευταίοι θα βομβαρδιστούν με πλήθος επιχειρημάτων τους επόμενους μήνες, αλλά θα αποφασίσουν με βάση την απάντηση που θα δώσουν σε ένα απλό και θεμελιώδες ερώτημα: Ποια από τις δύο εκδοχές θα είναι χειρότερη για το πορτοφόλι μου;

Το πρόβλημα, όπως είπα σε έναν πρώην βουλευτή των Εργατικών σε γεύμα που είχαμε στο Λονδίνο την περασμένη εβδομάδα, είναι ότι μόνο το 1% των ψηφοφόρων μπορεί να χειριστεί τα δεδομένα που θα του επέτρεπαν να δώσει μια στοιχειωδώς σοβαρή απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. «Το 1%;» μου απάντησε παραξενεμένος. «Όχι, όχι, υπερβάλλετε, το ποσοστό είναι πολύ μικρότερο». Δεν το είπε για να προσβάλει τους συμπατριώτες του. Όπως παραδέχθηκε λίγο αργότερα, ούτε εκείνος γνωρίζει τα μαθηματικά στοιχεία γύρω από το θέμα. Ούτε εγώ, του είπα. Στην υποθετική περίπτωση που θα γινόταν ένα ανάλογο δημοψήφισμα στην Ισπανία, για ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ στο Spexit, ένα αντίστοιχα μικρό ποσοστό θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους αριθμούς για να επιχειρηματολογήσει ποια από τις δύο επιλογές θα έκανε μεγαλύτερο καλό στην ισπανική οικονομία. Στη λιγότερο υποθετική περίπτωση ενός δημοψηφίσματος για το Catexit, την παραμονή δηλαδή της Καταλονίας στην Ισπανία, πάλι το ίδιο θα συνέβαινε: Ελάχιστοι θα μπορούσαν να βάλουν το χέρι στην καρδιά και να ορκιστούν ότι γνωρίζουν με απόλυτη βεβαιότητα τις οικονομικές συνέπειες που θα έχει για τους Καταλανούς η έξοδος της Καταλονίας από την Ισπανία.

Οι Βρετανοί που ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν τις ακριβείς οικονομικές επιπτώσεις της παραμονής ή της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ ψεύδονται. Ή αυταπατώνται. Πιστεύουν αυτό που θέλουν να πιστέψουν. Ερμηνεύουν τα δεδομένα κατά το δοκούν. Το ίδιο κάνουμε άλλωστε όλοι σε όλους τους τομείς της ζωής μας, από τον έρωτα και το ποδόσφαιρο μέχρι την πολιτική.

Το ερώτημα σε αυτό το δημοψήφισμα είναι πώς θα πειστούν οι άνθρωποι που έχουν τις λιγότερες έμμονες ιδέες. Θα ακούσουν, ακούνε ήδη, όλων των ειδών τα επιχειρήματα: Για την εθνική κυριαρχία, για την ειρήνη, για τους μουσουλμάνους πρόσφυγες, για τους Ευρωπαίους μετανάστες. Στο τέλος, όμως, όλα θα εξαρτηθούν από το ποιο στρατόπεδο θα καταφέρει να απευθυνθεί με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στο βασικότερο ένστικτο επιβίωσης του ανθρωπίνου είδους: Τον φόβο. Και συγκεκριμένα, τον φόβο του ανθρώπου ότι θα χάσει λεφτά. Η τακτική αυτή έχει ήδη φέρει αποτελέσματα στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις που έγιναν στη Βρετανία. Στο δημοψήφισμα που έγινε το 2014 στη Σκοτία, κέρδισε το ΟΧΙ στην ανεξαρτησία λόγω του φόβου της πλειοψηφίας ότι θα γίνει φτωχότερη αν αποχωριστεί την Αγγλία. Στις γενικές εκλογές που έγιναν πέρυσι, κέρδισαν οι Τόρις επειδή οι ψηφοφόροι δεν εμπιστεύονταν τους Εργατικούς στον τομέα της οικονομίας.

Οι πολιτικοί που θέλουν το Brexit κατηγορούν σήμερα τους αντιπάλους τους ότι στηρίζουν την εκστρατεία τους στον φόβο. Το ίδιο όμως κάνουν κι εκείνοι. Δεδομένου ότι ελάχιστοι (κάτω από το 1%) κατέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για να κρίνουν τις οικονομικές επιπτώσεις του ενός ή του άλλου αποτελέσματος, το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τους ηγέτες των δύο στρατοπέδων και την ικανότητά τους να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι εκείνοι ξέρουν. Οι δύο βασικοί ηγέτες είναι ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον (ΟΧΙ στο Brexit) και ο δήμαρχος του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον (ΝΑΙ στο Brexit). Ποιος από τους δύο θα εμπνεύσει περισσότερο φόβο στους πολίτες;

*To άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “El Pais”

Ο Τζον Κάρλιν ξεκίνησε τη δημοσιογραφική καριέρα του το 1981, στη Buenos Aires Herald. To 1986, με την έκδοση της The Independent, εντάχθηκε στο δυναμικό της και, το διάστημα 1989- 1995, ήταν ο επικεφαλής του γραφείου της εφημερίδας στη Νότια Αφρική. Ανέλαβε το γραφείο στις ΗΠΑ του κυριακάτικου φύλλου της The Independent, το διάστημα 1995- 1998. Τη χρονιά αυτή εντάχθηκε στο δυναμικό της El Pais, στην οποία, με έδρα τη Βαρκελώνη, αρθρογραφεί για διεθνή θέματα.

Πηγή: AΠΕ