Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αποδεικνύεται μάλλον… κακός μαθητής, αφού έξι βασικά μαθήματα που πήρε από τη διαχείριση άλλων κρίσεων σε άλλες περιοχές του κόσμου τα αγνόησε τελείως στην περίπτωση της Ελλάδας.

Τις τελευταίες δεκαετίες το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει πάρει έξι σημαντικά μαθήματα ως προς το πώς να διαχειρίζεται τις κρατικές κρίσεις χρέους. Όμως, στην αντίδρασή του στην κρίση της Ελλάδας αγνόησε και τα έξι, σύμφωνα με τη Ngaire Woods, κοσμήτορα του Blavatnik School of Governance και διευθύντρια του Παγκόσμιου Προγράμματος Οικονομικής Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Όπως αναφέρει, η συμμετοχή του ΔΝΤ στην προσπάθεια διάσωσης της ευρωζώνης μπορεί να βελτίωσε το προφίλ του και να του εξασφάλισε εύνοια στην Ευρώπη, όμως η αποτυχία του να τηρήσει τις ίδιες τις βέλτιστες πρακτικές του ίσως μελλοντικά αποδειχθεί ότι ήταν θανάσιμο λάθος.

Ένα βασικό μάθημα που αγνοήθηκε στην περίπτωση της Ελλάδας είναι πως όταν γίνεται απαραίτητη η διάσωση, θα πρέπει να γίνεται άπαξ και διά παντός. Το ΔΝΤ το έμαθε αυτό το 1997 όταν η ανεπαρκής διάσωση της Νότιας Κορέας οδήγησε σε δεύτερο γύρο διαπραγματεύσεων. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ακόμα χειρότερο, αφού το τρίτο πακέτο ύψους 86 δισ. ευρώ που συζητείται τώρα έρχεται μετά από ένα πακέτο διάσωσης 110 δισ. το 2010 και ένα δεύτερο 130 δισ. το 2012.

Από μόνο του, το ΔΝΤ είναι εξαιρετικά περιορισμένο. Τα δάνειά του περιορίζονται σε έναν πολλαπλασιαστή των συνεισφορών μιας χώρας στο κεφάλαιό του, και από αυτήν την άποψη τα δάνειά του προς την Ελλάδα ήταν υψηλότερα από τα δάνεια προς οποιαδήποτε άλλη χώρα, στην Ιστορία του θεσμού. Αντιθέτως, οι χώρες της ευρωζώνης δεν έχουν τέτοιους περιορισμούς και έτσι είχαν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ένα πρόγραμμα που θα ήταν βιώσιμο.

Το δεύτερο μάθημα που αγνόησε είναι ότι δεν θα πρέπει να διασώζονται οι τράπεζες. Το μάθημα αυτό το πήρε με τον σκληρό τρόπο τη δεκαετία του 1980, όταν μετέφερε κόκκινα τραπεζικά δάνεια προς τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, στα βιβλία του και στα βιβλία άλλων κυβερνήσεων. Στην Ελλάδα, τα κόκκινα δάνεια που εξέδωσαν γαλλικές και γερμανικές τράπεζες μεταφέρθηκαν στα δημόσια βιβλία, μεταφέροντας έτσι την έκθεση όχι μόνο στους Ευρωπαίους φορολογούμενους, αλλά και σε όλα τα μέλη του ΔΝΤ.

Το τρίτο μάθημα που δεν κατάφερε να εφαρμόσει στην περίπτωση της Ελλάδας είναι ότι η λιτότητα συχνά οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο, καθώς οι περικοπές στις δαπάνες προκαλούν συρρίκνωση της οικονομίας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ όσο αν δεν γίνονταν οι περικοπές. Καθώς το ΔΝΤ δανείζει χρήματα σε βραχυπρόθεσμη βάση, υπήρχε ένα κίνητρο να αγνοηθούν οι επιπτώσεις της λιτότητας ώστε να καταλήξει σε προβλέψεις ανάπτυξης που υποδηλώνουν ικανότητα αποπληρωμής. Εν τω μεταξύ, τα άλλα μέλη της ευρωζώνης, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τη λιγότερη χρηματοδότηση, βρήκαν βολικό το να παραβλέψουν την καταστροφική επίπτωση της λιτότητας.

Τέταρτον, το ΔΝΤ έχει μάθει πως οι μεταρρυθμίσεις είναι πιο πιθανό να εφαρμοστούν όταν είναι λίγες και προσεκτικά επικεντρωμένες, καθώς μια κυβέρνηση σε κρίση θα δυσκολευτεί να διαχειριστεί πολλές απαιτήσεις. Στην Ελλάδα, το ΔΝΤ μαζί με τους Ευρωπαίους εταίρους του, απαίτησαν όχι μόνο περικοπή δαπανών, αλλά και ευρύτατες φορολογικές, ασφαλιστικές, δικαστικές και εργασιακές μεταρρυθμίσεις. Και, αν και τα πιο επείγοντα μέτρα δεν θα έχουν άμεση επίπτωση στα δημοσιονομικά της Ελλάδας, το ΔΝΤ δεν έχει άλλη επιλογή από το να δώσει έμφαση στις βραχυπρόθεσμες περικοπές δαπανών που αυξάνουν τις πιθανότητες αποπληρωμής του, ακόμα και αν αυτό καθιστά δυσκολότερη την εφαρμογή μακροπρόθεσμων μεταρρυθμίσεων.

Πέμπτο μάθημα, είναι πως οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι πιθανό να πετύχουν εκτός και αν η κυβέρνηση είναι προσηλωμένη στην επιτυχία τους. Όροι που εκλαμβάνονται ότι έχουν επιβληθεί από το εξωτερικό είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα αποτύχουν.  

Τέλος, το έκτο μάθημα που αγνόησε το ΔΝΤ είναι πως το να διασώσεις χώρες που δεν ελέγχουν πλήρως το νόμισμά τους ενέχει επιπλέον ρίσκα, καθώς δεν έχουν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν στην κρίση μέσω της υποτίμησης – όπως έδειξαν οι περιπτώσεις της Αργεντινής και της Δυτικής Αφρικής.

Ολόκληρο το ο άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο Project Syndicate:

 

 «The IMF’s Euro Crisis»

OXFORD – Over the last few decades, the International Monetary Fund has learned six important lessons about how to manage government debt crises. In its response to the crisis in Greece, however, each of these lessons has been ignored.

The Fund’s participation in the effort to rescue the eurozone may have raised its profile and gained it favor in Europe. But its failure, and the failure of its European shareholders, to adhere to its own best practices may eventually prove to have been a fatal misstep.

One key lesson ignored in the Greece debacle is that when a bailout becomes necessary, it should be done once and definitively. The IMF learned this in 1997, when an inadequate bailout of South Korea forced a second round of negotiations. In Greece, the problem is even worse, as the €86 billion ($94 billion) plan now under discussion follows a €110 billion bailout in 2010 and a €130 billion rescue in 2012.

The IMF is, on its own, highly constrained. Its loans are limited to a multiple of a country’s contributions to its capital, and by this measure its loans to Greece are higher than any in its history. Eurozone governments, however, face no such constraints, and were thus free to put in place a program that would have been sustainable.

Another lesson that was ignored is not to bail out the banks. The IMF learned this the hard way in the 1980s, when it transferred bad bank loans to Latin American governments onto its own books and those of other governments. In Greece, bad loans issued by French and German banks were moved onto the public books, transferring the exposure not only to European taxpayers, but to the entire membership of the IMF.

The third lesson that the IMF was unable to apply in Greece is that austerity often leads to a vicious cycle, as spending cuts cause the economy to contract far more than it would have otherwise. Because the IMF lends money on a short-term basis, there was an incentive to ignore the effects of austerity in order to arrive at growth projections that imply an ability to repay. Meanwhile, the other eurozone members, seeking to justify less financing, also found it convenient to overlook the calamitous impact of austerity.

Fourth, the IMF has learned that reforms are most likely to be implemented when they are few in number and carefully focused. When a country requires assistance, it is tempting for lenders to insist on a long list of reforms. But a crisis-wracked government will struggle to manage multiple demands.

In Greece, the IMF, together with its European partners, required the government not just to cut expenditures, but to undertake far-reaching tax, pension, judicial, and labor-market reforms. And, although the most urgently needed measures will not have an immediate effect on Greece’s finances, the IMF has little choice but to emphasize the short-term spending cuts that boost the chances of being repaid – even when that makes longer-term reforms more difficult to enact.

A fifth lesson is that reforms are unlikely to succeed unless the government is committed to seeing them through. Conditions perceived to be imposed from abroad will almost certainly fail. In the case of Greece, domestic political considerations caused European governments to make a show of holding the government’s feet to the fire. The IMF, too, sought to demonstrate that it was being as tough with Greece as it has been on Brazil, Indonesia, and Zambia – even if doing so was ultimately counterproductive.

The sixth lesson the IMF has swept aside is that bailing out countries that do not fully control their currencies carries additional risks. As the Fund learned in Argentina and West Africa, such countries lack one of the easiest ways to adjust to a debt crisis: devaluation.

Having failed to forewarn Greece, Portugal, Ireland, and Spain about the perils of joining a currency bloc, the IMF should have considered whether it was proper or necessary for it to intervene at all in the eurozone crisis. Its rationale for doing so highlights the risks associated with its decision.

The most obvious reason for the IMF’s actions is that Europe was failing to address its own problems, and had the power and influence to drag in the Fund. The IMF’s managing director has always been a European, and European countries enjoy a disproportionate share of the votes on the IMF’s board.

Equally important, however, is the fact that the IMF made its decision while facing an existential crisis. Historically, the biggest threat to the IMF has been irrelevance. It was almost made redundant in the 1970s, when the US floated the dollar, only to be saved in 1982 by the Mexican debt crisis, which propelled it into the role of global financial lifeguard.

A decade later, the IMF’s relevance had started to wane again, but was revived by its role in the transformation of the former Soviet-bloc economies. At the time of the euro crisis, the Fund was floundering once more in the aftermath of the East Asian crisis, as its fee-paying clients did anything they could to avoid turning to it.

The IMF’s participation in the eurozone crisis has now given powerful emerging economies another reason to be disenchanted. After the US stymied their demands for a greater say within the Fund, they now find that the organization has been doing Europe’s bidding. It will be difficult for the IMF to regain the trust of these increasingly prominent members. Unless the US and the EU relinquish their grip, the Fund’s latest bid for relevance may well turn out to be its last.

* Η Ngaire Woods είναι κοσμήτορας  του Blavatnik School of Governance και διευθύντρια του Παγκόσμιου Προγράμματος Οικονομικής Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

ΠHΓΗ: euro2day