Δυστυχώς, οι κυρίως φτωχοί και μουσουλμάνοι νεοεισερχόμενοι τείνουν να αντιμετωπίζονται σαν βάρος και απειλή. Και, ελλείψει ενός γενναιόδωρου, συντεταγμένου και δίκαιου συστήματος για την υποδοχή των προσφύγων και την επεξεργασία των αιτημάτων για άσυλο, οι περισσότερες κυβερνήσεις προσπαθούν να σπρώξουν τους ανεπιθύμητους νεοεισερχόμενους στους άλλους με ποικιλία τρόπων: από το να ανακόπτουν την πορεία τους (Ελλάδα, Ιταλία) μέχρι να χτίζουν αγκαθωτούς φράχτες για να τους κρατήσουν μακριά (Ουγγαρία).

Η εντυπωσιακή γέφυρα που συνδέει τη Δανία με τη Σουηδία έχει μείνει στην ιστορία από την επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά «Η γέφυρα», στην οποία η σουηδική και η δανέζικη αστυνομία συνεργάζονται για να εξιχνιάσουν φριχτά εγκλήματα.

Πιο πεζά, η περιοχή Ορεσουντ στην οποία βρίσκεται η γέφυρα -και περιλαμβάνει την πρωτεύουσα της Δανίας, Κοπεγχάγη, τη σουηδική πόλη Μάλμε, καθώς και τις εκτάσεις πέρα απ’ αυτές- είναι γνωστή στην παγκόσμια επιχειρηματική κοινότητα ως μια ενιαία οντότητα.

Τώρα όμως, για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1950, οι άνθρωποι που θα διασχίζουν τη γέφυρα θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο ταυτότητας, σε μια προσπάθεια να σταματήσουν οι προσφυγικές ροές στη Σουηδία. Η Δανία, με τη σειρά της, έχει επιβάλει εκ νέου ελέγχους στα σύνορά της με τη Γερμανία. Η Αυστρία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Νορβηγία έχουν, επίσης, επιβάλει εκ νέου ελέγχους στα σύνορά τους τους τελευταίους μήνες.

Δεκαετίες ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ξηλώνονται μέρα με τη μέρα. Πώς μπορεί να σταματήσει η σήψη; Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι άνθρωποι μπορούσαν να ταξιδεύουν στον κόσμο χωρίς διαβατήρια, όπως έκανε για παράδειγμα ο Αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ.

Από τότε, διαβατήρια, συνοριακοί έλεγχοι και γραφειοκρατικά και φυσικά εμπόδια στην ελευθερία της κίνησης έχουν γίνει κάτι το φυσιολογικό.

Αυτό ήταν που έκανε την Περιοχή Σένγκεν τόσο ξεχωριστή: από το 1995 και μετά, 26 ευρωπαϊκές χώρες (22 από τις 28 χώρες της Ε.Ε, συν ακόμα τέσσερις) κατάργησαν τους μεταξύ τους συνοριακούς ελέγχους και υιοθέτησαν μια πολιτική κοινής ταξιδιωτικής βίζας.

Οι άνθρωποι και τα αγαθά μπορούσαν να ταξιδεύουν απρόσκοπτα από τη Λισαβόνα στη Λιθουανία, από τη Βουδαπέστη στη Βρετάνη. Εκτός του ότι αυτό πρόσφερε πρακτικά πλεονεκτήματα, αποτελούσε και ένα ισχυρό σύμβολο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Όμως η προσφυγική κρίση και οι τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι έχουν φέρει τη Συνθήκη Σένγκεν σ’ ένα οριακό σημείο. Η Γερμανία (για να μειώσει τις προσφυγικές ροές) και η Γαλλία (για να αποκλείσει τους πιθανούς τρομοκράτες) απαιτούν τώρα τη δημιουργία μιας πανίσχυρης ευρωπαϊκής συνοροφυλακής, η οποία θα αστυνομεύει τα εξωτερικά σύνορα της Περιοχής Σένγκεν.

Η Κομισιόν έχει δεόντως προτείνει την ίδρυση μιας ενισχυμένης «ευρωπαϊκής συνοροφυλακής και ακτοφυλακής», με μεγαλύτερο προϋπολογισμό και προσωπικό σε σχέση με τη σημερινή αδύναμη Frontex. Η νέα δύναμη θα έχει την εξουσία –κάτι αμφιλεγόμενο– να επεμβαίνει για να σφραγίζει τα διαπερατά σύνορα, ακόμα και ενάντια στη βούληση της κυβέρνησης της συγκεκριμένης χώρας.

Όμως μια τέτοια τεράστια παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας σε μια ευρωπαϊκή υπηρεσία με αμφίβολες αρμοδιότητες και περιορισμένη λογοδοσία είναι ανεπιθύμητη, μη αναγκαία και εν δυνάμει παράνομη.

Η Ε.Ε. όφειλε να μπορεί να διαχειριστεί την άφιξη των άνω του ενός εκατομμυρίου προσφύγων και των υπόλοιπων απελπισμένων μεταναστών που μπήκαν πέρσι χωρίς άδεια. Αποτελούν μόλις το 0,2% του πληθυσμού της Ε.Ε. των 508 εκατομμυρίων – και είναι λιγότεροι από το 1,25 εκατομμύρια Σύρων προσφύγων που κατέφυγαν στον μικροσκοπικό Λίβανο (με πληθυσμό 4,5 εκατομμύρια). Είναι, επίσης, πολύ λιγότεροι από τα δύο εκατομμύρια των άλλων μεταναστών που φτάνουν στην Ε.Ε. κάθε χρόνο μέσω των σταθερών διαύλων.

Αλλά, δυστυχώς, οι κυρίως φτωχοί και μουσουλμάνοι νεοεισερχόμενοι τείνουν να αντιμετωπίζονται σαν βάρος και απειλή. Και, ελλείψει ενός γενναιόδωρου, συντεταγμένου και δίκαιου συστήματος για την υποδοχή των προσφύγων και την επεξεργασία των αιτημάτων για άσυλο, οι περισσότερες κυβερνήσεις προσπαθούν να σπρώξουν τους ανεπιθύμητους νεοεισερχόμενους στους άλλους με ποικιλία τρόπων: από το να ανακόπτουν την πορεία τους (Ελλάδα, Ιταλία) μέχρι να χτίζουν αγκαθωτούς φράχτες για να τους κρατήσουν μακριά (Ουγγαρία).

Τώρα που οι δύο χώρες, η Γερμανία και η Σουηδία, οι οποίες είχαν κρατήσει ανοιχτές τις θύρες τους, τις κλείνουν, η Ε.Ε. προσπαθεί να σταματήσει τους πρόσφυγες να προσεγγίσουν ολόκληρη την Ευρώπη.

Η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ διαπραγματεύτηκε προσωπικά μια συμφωνία με τον Τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν, προσφέροντας στην κυβέρνησή του 3 δισεκατομμύρια ευρώ ευρωπαϊκού χρήματος και κάνοντας και άλλες παραχωρήσεις, με αντάλλαγμα να εμποδίζει η Τουρκία τους πρόσφυγες να φτάνουν στην Ελλάδα, κάτι που μέχρι τώρα είχε πολύ μικρό αποτέλεσμα.

Και τώρα η Ε.Ε. διεκδικεί το δικαίωμα να βάλει πόδι και να αστυνομεύει τα ελληνικά σύνορα, μέσω των οποίων φτάνουν οι περισσότεροι πρόσφυγες.

Ας είμαστε ξεκάθαροι: Μια ευρωπαϊκή συνοροφυλακή δεν θα μπορούσε να αποτρέψει τις επιθέσεις στο Παρίσι. Περισσότεροι από τους δράστες ήταν Γάλλοι, και στον βαθμό που οι καθένας που μπαίνει στην Ελλάδα δεν είναι τρομοκράτης, οι σκληρότεροι συνοριακοί έλεγχοι έχουν μικρή χρησιμότητα στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας χωρίς την κατάλληλη πληροφόρηση.

Όμως, εάν η Ε.Ε. θεωρεί αναγκαίους τους αυστηρότερους ελέγχους, οφείλει να δώσει στη χειμαζόμενη οικονομικά Ελλάδα οικονομική και τεχνική υποστήριξη για να βελτιώσει τη διαχείριση των συνόρων της, αντί να θέλει να βάλει πόδι ευθέως.

Οι αξιωματούχοι της Ε.Ε. ελέγχουν ήδη τον προϋπολογισμό της Ελλάδας. Θεωρούν, αλήθεια, ότι είναι καλή ιδέα να μπουν στη χώρα και να αναλάβουν τον έλεγχο και των συνόρων της;

Όντως, ο Στιβ Πιρς, καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Εσεξ, ο οποίος γράφει στο μπλογκ Ανάλυση Ευρωπαϊκού Δικαίου, υποστηρίζει ότι οι προτεινόμενες εξουσίες της ευρωπαϊκής συνοροφυλακής θα έρχονταν σε σύγκρουση με τις ευρωπαϊκές Συνθήκες:

«Ενώ η Ε.Ε μπορεί να θεσπίζει κανόνες για τους συνοριακούς ελέγχους και να ρυθμίζει το πώς οι αρχές των κρατών-μελών τους εφαρμόζουν, δεν μπορεί η ίδια να αντικαταστήσει τις εξουσίες των κρατών-μελών στον εξαναγκασμό ή στον έλεγχο ή να απαιτήσει από τα κράτη-μέλη να εκτελέσουν μια επιχείρηση».

Σε κάθε περίπτωση, μια ευρωπαϊκή συνοροφυλακή και ακτοφυλακή δεν αποτελεί λύση στην προσφυγική κρίση. Τι θα έκαναν οι Ευρωπαίοι συνοροφύλακες με τους πρόσφυγες που θα συνελάμβαναν; Νομικά, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών και το Πρωτόκολλο για το Καθεστώς των Προσφύγων δεν τους επιτρέπει να διώχνουν τους αιτούντες άσυλο. Ηθικά, η Μέρκελ έχει πει επανειλημμένως ότι το κλείσιμο των συνόρων θα ήταν ανεπίτρεπτο.

Πρακτικά, οι συνοροφύλακες της Ε.Ε. δεν διαθέτουν ένα μαγικό ραβδί για να αποκαταστήσουν την τάξη. Ετσι, το αποτέλεσμα θα ήταν πιθανότατα ένα μακελειό, το οποίο θα υπονόμευε ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία της Ε.Ε.

Ο καλύτερος τρόπος για να πετύχουμε μια περισσότερο συντεταγμένη διαδικασία εισόδου είναι να δημιουργήσουμε ασφαλείς, νόμιμους διαύλους για τους πρόσφυγες και τους υπόλοιπους μετανάστες που φτάνουν στην Ευρώπη. Γενναιόδωρα σχήματα που θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να αιτούνται άσυλο ή βίζα εργασίας από τις γειτονικές χώρες θα έβαζαν στην άκρη τους διακινητές, αποτρέποντας έτσι τους σχεδόν 4.000 θανάτους που καταγράφηκαν πέρσι.

Οι πρόσφυγες θα μπορούσαν επίσης να υποβάλλονται σε έλεγχο, όπως κάνουν οι ΗΠΑ, προκειμένου να εντοπίζονται οι πιθανοί τρομοκράτες. Με λίγη τύχη, η Σένγκεν μπορεί να σωθεί. Η Μέρκελ είναι το ισχυρότερο πρόσωπο στην Ευρώπη.

Αντί να κάνει πίσω από τη δέσμευσή της να υποδέχεται τους πρόσφυγες με το να προσπαθεί να τους εμποδίσει να φτάνουν στη Γερμανία, θα έπρεπε να επιμείνει στην υπόθεση ότι η υποδοχή ευάλωτων ανθρώπων αποτελεί μια νόμιμη και ανθρωπιστική υποχρέωση, η οποία μπορεί επίσης να μας προσφέρει μια οικονομική και δημογραφική ώθηση. Θα ήταν τραγωδία εάν μια ανοιχτή Ευρώπη επιχειρούσε να μετατραπεί σε φρούριο.

* Ο Φιλίπ Λεγκρέν είναι Βρετανός οικονομολόγος, πρώην σύμβουλος του τέως προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροοπής, Μανουέλ Μπαρόζο. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 14 Ιανουαρίου στο περιοδικό «Foreign Policy» και αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα.

*Μετάφραση-επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου, “Eφημερίδα των Συντακτών”, 30/01/2016