Μετά τους φαρμακοτρίφτες, τους τραπεζίτες, τους Μπέζος, Μασκ, Γκέιτς, και λοιπούς μεγιστάνες της υψηλής τεχνολογίας που έβγαλαν τα μαλλιοκέφαλά τους στη διάρκεια της πανδημίας, μετά και τους πετρελαιάδες που συνεχίζουν να κερδίζουν αγρίως από την «ανάκαμψη» της παγκόσμιας οικονομίας και την εκτόξευση των τιμών ενέργειας, ήρθε η δική τους στιγμή να πάρουν και αυτοί το μερίδιο που τους αναλογεί από τη «νέα τάξη πραγμάτων».

Ο λόγος για τους μεγαλομετόχους των κολοσσών της παγκόσμιας πολεμικής βιομηχανίας, που τρίβουν τα χέρια τους με ικανοποίηση τα τελευταία 24ωρα, καθώς στον ορίζοντα αναδύονται νέα πολυδάπανα εξοπλιστικά προγράμματα, νέες παραγγελίες, νέα κέρδη. Αυτή τη φορά, μάλιστα, τα κέρδη τους δεν θα βγουν από τους «συνήθεις ύποπτους» πελάτες τους στη Μέση Ανατολή και τις χώρες του τρίτου κόσμου, αλλά τις κυβερνήσεις της πάμπλουτης Ευρώπης, οι οποίες, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, σύρονται σε μια ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των αμυντικών τους δαπανών για τα επόμενα χρόνια.

Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι πληροφορίες έφεραν τον Τζο Μπάιντεν να ζητά από το Κογκρέσο, πριν ακόμη μπουν οι Ρώσοι στην Ουκρανία, μεγέθυνση του επόμενου προϋπολογισμού του αμερικανικού Πενταγώνου πάνω από τα 800 δισ. δολάρια. Ο τελευταίος αμυντικός προϋπολογισμός της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ ήταν 752,9 δισ. δολάρια. Στη συνέχεια, το Κογκρέσο τον αύξησε κατά 25 δισ. δολάρια στα 778 δισ. δολάρια για το οικονομικό έτος 2022, που ολοκληρώνεται τον επόμενο Σεπτέμβριο. Μετά και τη ρωσική επίθεση, όμως, είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι δαπάνες θα αυξηθούν πολύ περισσότερο από αυτό το ποσό, προς όφελος κυρίως των μεγάλων προμηθευτών οπλικών συστημάτων της υπερδύναμης όπως οι Lockheed, Northrop Grumman Corp, General Dynamics Corp.

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου της Στοκχόλμης για την Ειρήνη (SIPRI), το 2020 οι συνολικές αμυντικές δαπάνες της υφηλίου άγγιζαν τα 2 τρισ. δολάρια. Τόσα πολλά χρήματα για οπλικά συστήματα, πυρομαχικά, αεροσκάφη, άρματα μάχης, μισθούς και συντήρηση στρατών είχαν να δαπανηθούν στην υφήλιο από το 1988, όταν ο κόσμος βρισκόταν ακόμη στον Ψυχρό Πόλεμο. Είναι ενδεικτικό ότι αυτή η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών σημειώθηκε παρά τη μεγάλη ύφεση που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊού και είχε αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δαπάνες να ισοδυναμούν πλέον με το 2,4% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Μεγάλος κερδισμένος αυτής της τεράστιας αφαίμαξης πλούτου από τα δημόσια ταμεία σε βάρος των φορολογουμένων πολιτών της υφηλίου ήταν οι μέτοχοι των μεγάλων βιομηχανιών παραγωγής οπλικών συστημάτων και εταιρειών παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών. Οι 100 μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου κατάφεραν να αυξήσουν τις πωλήσεις όπλων και στρατιωτικών υπηρεσιών στα 531 δισ. δολάρια από 470 δισ. δολάρια το 2019. Παρακάμπτοντας την ύφεση στο πρώτο έτος της πανδημίας, οι 100 αμυντικοί κολοσσοί αύξησαν τις πωλήσεις τους κατά 1,3% σε σχέση με το 2019 και 17% έναντι του 2015. Εξ αυτών οι 41 ήταν αμερικανικές εταιρείες που καρπώθηκαν πάνω από τον μισό τζίρο των «100». Οι πωλήσεις τους άγγιξαν τα 285 δισ. δολάρια.

Κορυφαία όλων, δε, ήταν η Lockheed-Martin που μεταξύ άλλων προμηθεύει εμπόλεμους και μη με τα μαχητικά αεροσκάφη F-35, πυραύλους κ.λπ. Οι πωλήσεις της άγγιξαν τα 58,2 δισ. δολάρια, ποσό μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της Λιθουανίας. Την «ιερή πεντάδα» της αμερικανικής και παγκόσμιας πολεμικής βιομηχανίας συμπλήρωσαν οι Raytheon, Boeing, Northrop Grumman και General Dynamics, ενώ την 6η θέση –και την υψηλότερη μεταξύ των ευρωπαϊκών ομίλων– κατέλαβε η βρετανική BAE Systems. Στις δέκα πρώτες υπήρχαν ακόμη οι κινεζικές Norinco (7η), AVIC (8η), CETC (9η) και η αμερικανική L3 Harris (10η), ενώ η διευρωπαϊκή Airbus ήταν 11η.

efsyn.gr