Mε τη διεξαγωγή των διερευνητικών στην Αθήνα ξεκίνησε μια περίοδος διμερών και πολυμερών διαπραγματεύσεων με ή για την Τουρκία. Αυτή περιλαμβάνει πλέον και τον εκ του σύνεγγυς πολιτικό διάλογο στην Αγκυρα στις 14 Απριλίου. Eπίσης τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. στις 25 και 26 Μαρτίου και την άτυπη πενταμερή για το Κυπριακό υπό την αιγίδα του ΟΗΕ στη Γενεύη από τις 25 έως τις 27 Απριλίου.

Η εμπειρία του παρελθόντος μάς δείχνει ότι οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν αποδίδουν οριστικές λύσεις στα χρόνια προβλήματα, αλλά μειώνουν την ένταση των αντιπαραθέσεων και τον κίνδυνο θερμών επεισοδίων. Τη στιγμή των διαπραγματεύσεων τα δύο μέρη συνομιλούν υπό το κράτος της άμεσης, σκληρής ή πραγματικής ισχύος, αυτής δηλαδή που η άλλη πλευρά θα υποστεί εάν οι διαπραγματεύσεις καταρρεύσουν. Στη συγκεκριμένη φάση των ελληνοτουρκικών έχει προηγηθεί απροκάλυπτη επίδειξη της «σκληρής» ισχύος της Τουρκίας, δηλαδή της ικανότητας να επιβάλλει με στρατιωτικά ή οικονομικά μέσα τη θέλησή της στην άλλη πλευρά σε περιοχές που εκτείνονται από τη Συρία μέχρι τη Λιβύη και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ αλλά και στην Ανατολική Μεσόγειο με την επίδειξη ναυτικής στρατιωτικής ισχύος σε διεκδικούμενη από την Ελλάδα ΑΟΖ.

Η διάκριση ανάμεσα στη σκληρή ισχύ και την ήπια δεν είναι πάντοτε ευχερής. Η Τουρκία του Ερντογάν έχει εκμεταλλευτεί την απήχηση που έχει το παρελθόν της ως ισλαμική, οθωμανική, αυτοκρατορία σε περιοχές του κόσμου που καταδυναστεύτηκαν από χριστιανικές/δυτικές αποικιοκρατικές δυνάμεις. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Αφρικής, όπου η δημοφιλία της γειτονικής χώρας όχι μόνο λόγω παρελθόντος αλλά και λόγω έντονης διπλωματικής, πολιτιστικής/εκπαιδευτικής και επενδυτικής/εμπορικής παρουσίας βρίσκεται στα ύψη.

Οι εμπορικές συναλλαγές της γειτονικής μας χώρας με την υποσαχάρια Αφρική έχουν αυξηθεί από 1 δισ. δολ. το 2002 σε 8 δισ. το 2019. Οι οικείες σε εμάς περιπτώσεις της Λιβύης και οι λιγότερο γνωστές της Σομαλίας και της Τυνησίας δείχνουν ότι η ικανότητα να προσελκύεις παρά να εξαναγκάζεις, εύκολα μετατρέπεται σε πρόσβαση σε πολύτιμους για τη σκληρή ισχύ ενεργειακούς πόρους, ακόμη και στη στρατολόγηση μισθοφόρων ώστε να αποφεύγονται οι απώλειες του τακτικού τουρκικού στρατού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δραστηριότητα του Ιδρύματος Μααρίφ για την προώθηση του ισλαμικού τουρκικού πολιτισμού, το οποίο αντικατέστησε αντίστοιχο του επικηρυγμένου πλέον Γκιουλέν και διαθέτει σήμερα 353 κολέγια, σχολές και φοιτητικές εστίες σε 67 χώρες με ιδιαίτερα εντυπωσιακή την παρουσία του στις Βαλκανικές.

Η ιδιαίτερη απήχηση που έχουν οι τουρκικές απόψεις στις αποφάσεις των οργάνων της Ε.Ε ερμηνεύεται συνήθως με βάση τα οικονομικά συμφέροντα που έχουν στην Τουρκία σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες. Η εκτίμηση αυτή υποτιμά έναν άλλο παράγοντα: τη συμμετοχή της τουρκικής ομογένειας στην πολιτική ζωή σημαντικών ευρωπαϊκών χωρών και ιδιαίτερα της Γερμανίας. Πριν από μερικούς μήνες δόθηκαν στη δημοσιότητα τα πορίσματα της έρευνας τεσσάρων έγκριτων ιδρυμάτων σχετική με τη συμμετοχή της τουρκικής ομογένειας στην πολιτική ζωή τεσσάρων ευρωπαϊκών χωρών: Αυστρίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ολλανδίας*. Τρία από αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Υψηλό ποσοστό των ερωτηθέντων συμμετέχει στην πολιτική ζωή τόσο της Τουρκίας όσο και της ευρωπαϊκής χώρας όπου κατοικεί και ψηφίζει στις αντίστοιχες βουλευτικές εκλογές.

Οι εκλογικές τους προτιμήσεις είναι ανάλογες με εκείνες των ψηφοφόρων στην Τουρκία: η πλειοψηφία ψηφίζει το AKP του Ερντογάν και περί το 30% το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Στις χώρες διαμονής τους ψηφίζουν με βάση τις θέσεις των κομμάτων για τους μετανάστες αλλά και την τοποθέτησή τους «απέναντι στα τουρκικά ζητήματα», με ελαστικότερη τη στάση εκείνων που διαμένουν στη Γαλλία και λιγότερο ελαστική εκείνων στη Γερμανία. Ομως το πλέον ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας είναι ότι με μικρές διαφοροποιήσεις, και στις τέσσερις χώρες, το 80% ασπάζεται την προτροπή του Ερντογάν «ενσωματωθείτε χωρίς να αφομοιωθείτε», ενώ πολύ υψηλή είναι και η δημοφιλία του Τούρκου προέδρου.

Η δεκαετία των μνημονίων εκτός από τη μείωση της «σκληρής ισχύος» της χώρας μας άφησε έντονο αποτύπωμα στο κύρος, την πολιτική και την πολιτιστική της εμβέλεια. Το κενό πρέπει τώρα να καλυφθεί με προτεραιότητα τη Γερμανία της μετά Μέρκελ εποχής.

**The Center for American Progress, the Foundation for European Progressive Studies, the Foundation Max van der Stoel και η Fondation Jean-Jaurès.

 * Fellow, Πανεπιστήμιο Dalhousie, Χάλιφαξ, Καναδά. Πρώην πρέσβη εκ προσωπικοτήτων

πηγή: efsyn.gr