Αυτά που συνέβησαν στη Νέα Σμύρνη την Κυριακή 7 Μαρτίου δεν εντάσσονται στην επιχειρησιακή λογική της αστυνομίας, η οποία δρα για να καταπολεμήσει το έγκλημα, αλλά απηχούν το αστυνομικό πνεύμα το οποίο έχει διαποτίσει τη δημόσια εξουσία επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη. Πολλοί ισχυρίζονται ότι όλα όσα συνέβησαν στη Νέα Σμύρνη είναι ένα μεμονωμένο αστυνομικό περιστατικό και αρνούνται να το εξετάσουν ως πολιτικό συμβάν.

Αλλά ας δούμε περί τίνος ακριβώς πρόκειται στο ερμηνευτικο-πολιτικό επίπεδο, αφού το εμπειρικό περιστατικό της σύλληψης και του ξυλοδαρμού ενός πολίτη καταγράφεται στις εικόνες του βίντεο με αδιάψευστο τρόπο. Το πρώτο δεδομένο στην ανάλυσή μας είναι το εξής: αυτή τη φορά η αστυνομική βία εκδηλώνεται στον αστικό δημόσιο χώρο (σε μια πλατεία συγκεκριμένα), όπου αναπτύσσονται όλες οι δραστηριότητες των πολιτών, και όχι σε σημεία περιθωριακής αντι-εξουσιαστικής βίας. Το δεύτερο δεδομένο έχει να κάνει με την πορεία που διοργανώθηκε από τους πολίτες αυθορμήτως και η οποία είχε ως στόχο της να υποδείξει στους αρμόδιους φορείς ότι αυτή τη φορά αυτό στο οποίο τα αστυνομικά όργανα επιτίθενται είναι η αξιοπρέπεια του ανθρώπου σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία.

Εάν αυτά τα δύο ερμηνευτικο-πολιτικά δεδομένα ισχύουν, τότε το επόμενο βήμα του συλλογισμού μου είναι το εξής: η κοινωνία μας όχι απλώς διολισθαίνει προς την αστυνομοκρατία, όπως συνηθίζουμε να λέμε στην πολιτικο-δημοσιογραφική γλώσσα, αλλά σ’ αυτή την κοινωνία εγκαθιδρύεται ένα πολιτικό καθεστώς στο οποίο η πολιτική ασκείται ως αστυνομία. Δεν έχουμε να κάνουμε μόνον με το πολιτικό συμβάν της «Νέας Σμύρνης».

Ο κατάλογος, ο οποίος περιλαμβάνει πολλά επιχειρησιακά περιστατικά αστυνομικής βίας, είναι μακρύς. Αναφέρω μόνο δυο-τρία ακόμη, τα οποία καταδεικνύουν ότι τα όρια ανάμεσα στη λειτουργία της αστυνομικής δύναμης ως δημόσιας εξουσίας και την κυβερνητική πολιτική ως πολιτική εξουσία είναι ρευστά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η νομοθετική πρωτοβουλία να οριστεί ειδικό αστυνομικό σώμα ως μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας στα πανεπιστήμια. Αλλο παράδειγμα είναι η τεχνοκρατική διαχείριση της πανδημίας όπου και εδώ δεν έχει επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος του αστυνομικού ελέγχου στην τήρηση των πειθαρχικών περιοριστικών μέτρων.

Επαναλαμβάνω, το περιστατικό της «Νέας Σμύρνης» είναι πολιτικό συμβάν το οποίο καταδεικνύει ότι η άσκηση της δημόσιας εξουσίας δεν είναι «υπόθεση της πολιτικής», αλλά είναι, εξ ορισμού, θέμα αστυνομίας. Στον βαθμό που έχει συντελεστεί μια τέτοιου τύπου αρνητική εξέλιξη στη δημοκρατική κοινωνία μας, τότε όλοι μας, το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του ιδιαίτερα, θα πρέπει να ανησυχούμε.

Δεν πρόκειται για δημοκρατικό βηματισμό. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις που ανέφερα η αστυνομία ως δημόσια εξουσία ασκείται εκτός των ορίων της δημοκρατικής αρχής. Γιατί όταν μιλάμε για τη δημοκρατική αρχή ως το θεμέλιο της σύγχρονης πολιτικής κοινωνίας εννοούμε ότι όλοι οι θεσμοί (δικαστικοί, αστυνομικοί, κοινωνικοί κ.λπ.) υπόκεινται σε δημοκρατικό έλεγχο (πολιτικό, κοινοβουλευτικό, κοινωνικό κ.λπ.) κατά τέτοιο τρόπο ώστε το τελικό θεσμικό αποτέλεσμα να είναι η ταύτιση πολιτικής εξουσίας και κοινωνικής οργάνωσης.

Σε τρεις μήνες η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα συμπληρώσει δύο χρόνια άσκησης πολιτικής εξουσίας. Υποθέτω ότι πρώτη αυτή δεν θα ήθελε να ταυτιστεί με τη νέα «θεσμική δυσανεξία» που εγκαθιδρύθηκε στην κοινωνία μας και η οποία δεν είναι άλλη από το να ασκείται η πολιτική εξουσία ως αστυνομία. Σύμφωνα με την κριτικο-ερμηνευτικο-πολιτική αυτή ανάλυσή μου δεν κινδυνεύει να χαρακτηριστεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη ως απολυταρχική, όπως τονίζει η αντιπολίτευση, αλλά κινδυνεύει η ίδια η κοινωνία μας να ακολουθήσει έναν αντιδημοκρατικό κατήφορο χωρίς επιστροφή.

* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Efsyn.gr