Η Λόττε Κέστνερ, η οποία ενέπνευσε στον Γκαίτε τη Λόττε του μυθιστορήματός του Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, με το οποίο ο νεαρός τότε συγγραφέας απέκτησε φήμη σε όλη την Ευρώπη, αποφασίζει ένα ταξίδι «στη χώρα της νιότης»: καταφτάνει στη Βαϊμάρη με την επιθυμία να συναντήσει ξανά, ύστερα από περίπου μισό αιώνα, τον αγαπημένο της Γκαίτε. Η άφιξή της στο ξενοδοχείο της πόλης προκαλεί αναστάτωση. Όλοι θέλουν να δουν από κοντά την ηρωίδα του σπουδαίου μυθιστορήματος. Και ο ένας μετά τον άλλον της μιλούν για τον μεγάλο άνδρα που τους γητεύει όλους, φίλους και εχθρούς. Δημιουργείται έτσι, σταδιακά, μια εικόνα του Γκαίτε από τις αφηγήσεις των άλλων, που λειτουργούν σαν κάτοπτρα, το καθένα εκ των οποίων αντανακλά και μια διαφορετική πλευρά της ύπαρξής του. Ώσπου στη μέση αυτής της «αίθουσας των κατόπτρων» εμφανίζεται εντέλει ο ίδιος ο Γκαίτε, τόσο αληθινός, που ο αναγνώστης νιώθει σχεδόν την ανάσα του.

Ο Τόμας Μαν άρχισε να γράφει τη Λόττε στη Βαϊμάρη το 1933 και την ολοκλήρωσε το 1939. Ήταν ήδη τότε ο διάσημος συγγραφέας του Μαγικού βουνού, τιμημένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, αυτοεξόριστος. Ευρισκόμενος το 1933 σε περιοδεία στο εξωτερικό, δεν επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου εν τω μεταξύ οι χιτλερικοί είχαν καταλάβει την εξουσία, με αποτέλεσμα το καθεστώς να του αφαιρέσει την ιδιότητα του Γερμανού πολίτη. Η φράση «Η Γερμανία είμαι εγώ!» που αποδίδει στον Γκαίτε, στο έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου, είναι φράση του ίδιου του Τόμας Μαν, σχόλιο για την απαγόρευση από τους ναζί να επιστρέψει στη χώρα του. «Η Γερμανία» είχε πει τότε ο Τόμας Μαν «είναι εκεί που βρίσκομαι εγώ!»