Μία φορά τον χρόνο, σαν να επρόκειτο για τελετουργία, οι εκπρόσωποι των 27 κυβερνήσεων στο Συμβούλιο της Ε.Ε. αποφασίζουν τα νέα όρια αλιείας. Το κάνουν κρυφά και αψηφώντας τις συστάσεις των επιστημόνων της Κομισιόν, πολιτική που οδηγεί μαθηματικά στην κατάρρευση των θαλάσσιων ειδών στις ευρωπαϊκές θάλασσες.

Είναι πρωί Σαββάτου και ο Νικόλας Βεκρής, ένας 69χρονος ψαράς, έχει κατέβει στα Κατάπολα της Αμοργού για να κάνει δουλειές σε ένα από τα καΐκια του που είναι αραγμένα στο λιμάνι. «Είμαι η τέταρτη γενιά ψαράδων που έβγαλε η οικογένειά μου», λέει. «Προπάππους, παππούς, πατέρας, όλοι ψαράδες. Στο Γυμνάσιο σκεφτόμουν να γίνω εμποροπλοίαρχος, όμως αγαπούσα την αλιεία για να την εγκαταλείψω. Ο πατέρας μου με έβαλε στο καΐκι στα επτά και από τα 17 είμαι καπετάνιος. Μισός αιώνας, μια ζωή, μια σχέση με τη θάλασσα ερωτική».

Ο Νικόλας διηγείται τις θαλασσοταραχές του. «Κάθε φορά έκανα τον σταυρό μου και ζητούσα από τον Αϊ-Νικόλα να μας προστατέψει. Ομως αυτό που με ανησυχεί δεν είναι οι φουρτούνες και οι θύελλες, είναι ότι το ψάρι στη θάλασσα τελειώνει», μου λέει. «Πριν από 40 χρόνια είχαμε τα μισά δίχτυα και γυρνούσαμε με το καΐκι φορτωμένο από πάνω μέχρι κάτω. Σε λίγο θα φέρνουμε έναν κουβά ψάρια και θα λέμε και δόξα τω Θεώ». Ο Αμοργιανός ψαράς λέει ότι κανένα από τα πέντε παιδιά του δεν θα μπει στη θάλασσα, μια που αυτή όλο και φθίνει. «Απεριόριστη λύπη».

Η πηγή του αδιεξόδου που βιώνει ο Νικόλας, όπως χιλιάδες ψαράδες σε όλες τις ακτές της Μεσογείου και των ευρωπαϊκών θαλασσών, βρίσκεται αρκετά μακριά: στα γραφεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εκεί όπου οι κυβερνήσεις παίρνουν αποφάσεις για την αλιευτική πολιτική.

Στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 2020 το Συμβούλιο της Ε.Ε. έκανε, όπως κάθε χρόνο, τις διαπραγματεύσεις του με σκοπό να καθορίσει τα όρια αλιείας που θα ισχύουν για την επόμενη χρονιά στις ευρωπαϊκές θάλασσες, συμπεριλαμβανομένου του Ατλαντικού, της Βόρειας Θάλασσας, της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Το Συμβούλιο είναι αρμόδιο να καθορίζει τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα (TAC) με σκοπό την προστασία της βιοποικιλότητας των θαλασσών και την αντιμετώπιση της υπεραλίευσης η οποία αδειάζει τον βυθό από ψάρια.

Tο Συμβούλιο της Ε.Ε. είναι το πιο σημαντικό νομοθετικό όργανο της Eνωσης, αφού χωρίς την έγκρισή του καμία πρόταση νόμου, κι ας έχει περάσει από την Κομισιόν και το Ευρωκοινοβούλιο, δεν μπορεί να γίνει νόμος. Το Συμβούλιο αποτελείται από εκπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών-μελών και όχι από ενωσιακούς αξιωματούχους.

Και στο θέμα της αλιείας, και κατά προέκταση της προστασίας των ευρωπαϊκών θαλασσών, η ευθύνη των κυβερνήσεων είναι βαριά: Πριν πάρουν αποφάσεις, η επιστημονική κοινότητα -με κυριότερο το Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση των Θαλασσών (ICES)- παρέχει επιστημονικές συστάσεις για το ποια πρέπει να είναι τα όρια αλιείας για κάθε θαλάσσιο είδος. Βάσει αυτών η Κομισιόν συντάσσει την πρότασή της.

«Οι επιστημονικές συστάσεις βρίσκονται στην καρδιά της προστασίας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και της αντιμετώπισης της υπεραλίευσης», λέει στην «Εφ.Συν.» η Γένι Γκρόσμαν, ερευνήτρια Θαλάσσιας Πολιτικής της οργάνωσης ClientEarth. «Για να έχουμε βιώσιμη αλιεία, πρέπει να ξέρουμε πόσα αποθέματα υπάρχουν στη θάλασσα και πόσα μπορούμε να ψαρέψουμε. Οι ειδικοί με επιστημονικά μοντέλα εκτιμούν τα όρια που πρέπει να μπουν ώστε τα είδη να αναπαραχθούν και να υπάρχουν αποθέματα στο μέλλον. Χωρίς την επιστήμη θα ψαρεύαμε στο σκοτάδι».

Οι κυβερνήσεις όμως δεν σέβονται τις επιστημονικές συστάσεις. Στο Συμβούλιο οι διαπραγματεύσεις γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες: Τα εκατοντάδες εκατομμύρια των Ευρωπαίων πολιτών δεν έχουν ιδέα για τις θέσεις που υποστήριξαν οι κυβερνήσεις που τους εκπροσωπούν. Δεν έχουν καν πρόσβαση σε πρακτικά και έγγραφα που να δηλώνουν τις θέσεις των κρατών-μελών.

Το Συμβούλιο έχει εμμονή με την αδιαφάνεια. Το Investigate Europe απέκτησε πρόσβαση σ’ ένα non-paper της Κομισιόν με προτάσεις για τον καθορισμό ανώτατων ορίων αλιείας. Το έγγραφο απεστάλη από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου προς τις αντιπροσωπείες των κρατών. Το άβολο για το Συμβούλιο είναι ότι, ενώ η Κομισιόν δημοσίευσε το έγγραφό της, το Συμβούλιο διακίνησε το ίδιο έγγραφο ως «περιορισμένης πρόσβασης» με τη σφραγίδα limité, που σημαίνει ότι το έγγραφο δεν μπορεί να δημοσιευθεί!

Iσως το Συμβούλιο να μην ήθελε να γνωρίζουν οι Ευρωπαίοι πολίτες την αποτυχία των κυβερνήσεών τους να προστατέψουν τον ερυθρό τόνο και ένα είδος καρχαρία, το northern shortfin mako, που απειλείται με εξαφάνιση εξαιτίας της υπεραλίευσης.

Κρυμμένες πίσω από την έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας οι κυβερνήσεις θέτουν όρια αλιείας πολύ πάνω από τα όρια βιωσιμότητας. Κερδισμένη, η αλιευτική βιομηχανία που μεγιστοποιεί τα κέρδη της. Χαμένοι, ο βυθός που καταστρέφεται και οι παράκτιοι ψαράδες που εγκαταλείπουν την αλιεία αφού οι φτωχές ψαριές τους δεν τους επιτρέπουν να επιβιώσουν.

Αν και οι πόρτες του Συμβουλίου είναι επτασφράγιστες για τους Ευρωπαίους πολίτες, το ίδιο δεν αποτελεί άβατο για την αλιευτική βιομηχανία – αντιθέτως. Το 2015 και το 2016 οι αλιευτικές βιομηχανίες της Ολλανδίας και της Ισπανίας αντίστοιχα διείσδυσαν με δημοσιογραφικές άδειες στο κτίριο του Συμβουλίου κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τα όρια αλιείας.

«Oντας μέσα στο κτίριο του Συμβουλίου η βιομηχανία κατάφερε να επηρεάσει τις εθνικές κυβερνήσεις με τα επιχειρήματά της», είπε στην «Εφ.Συν.» η Αντρέα Ρίπολ από τη Seas At Risk, την οργάνωση που μαζί με το παρατηρητήριο Corporate Europe Observatory αποκάλυψαν την επιχείρηση λόμπινγκ. «Και στις δύο χρονιές η βιομηχανία εξασφάλισε όρια αλιείας πάνω από τις επιστημονικές συστάσεις.

Μάλιστα, στις διαπραγματεύσεις του 2015 η Ισπανία όχι μόνο πήρε όρια πάνω από τα επίπεδα βιωσιμότητας, αλλά κατάφερε με επιτυχία να ανατρέψει την αρχική και πιο βιώσιμη πρόταση της Κομισιόν για μεγάλη μείωση στα όρια μερικών ειδών. Για παράδειγμα, η αλιεία του μπακαλιάρου στα νότια νερά της Ισπανίας μειώθηκε μόνο κατά 21% παρά την αρχική πρόταση για μείωση στο 60,5%. Υπάρχει ευθεία σύνδεση μεταξύ του λόμπι της βιομηχανίας και των κυβερνητικών αποφάσεων».

Είναι η δεύτερη φορά που οι κυβερνήσεις αποτυγχάνουν να εξασφαλίσουν βιώσιμη εκμετάλλευση των αποθεμάτων, όπως επιβάλλει η Κοινή Αλιευτική Πολιτική. Η πρώτη προθεσμία χάθηκε το 2015. Η δεύτερη χάθηκε στο τέλος του 2020.

Efsyn.gr