Η γελοιοποίηση των διαδικασιών ανάδειξης του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας, την οποία παρακολουθούμε έκπληκτοι το τελευταίο διάστημα, δεν αφορά μόνον το συγκεκριμένο κόμμα και την πολιτική αξιοπιστία του. Θέτει παράλληλα και ένα τεράστιο ζήτημα που αφορά συνολικότερα τον ρόλο και την προοπτική του κομματικού μας συστήματος.

• Α. Οπως είναι γνωστό, η μεταπολίτευση σηματοδότησε μια ριζική αλλαγή τόσο στο συνταγματικό status όσο και στην πολιτικοοργανωτική δομή των κομμάτων. Ειδικότερα:

  • α. Το Σύνταγμα του 1975 όχι μόνον καθιερώνει ρητά, για πρώτη φορά, το πολιτικό δικαίωμα ίδρυσης κομμάτων και συμμετοχής σε αυτά (29Σ) αλλά και αντιμετωπίζει πλέον τα κόμματα ως κρίσιμους συνταγματικούς θεσμούς, με διττό ρόλο:
  • Πρώτον, την ενεργοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας μέσω της συλλογικής έκφρασης των πολιτών και της ιδιότυπης πολιτικής διαμεσολάβησης μεταξύ αυτών και των αντιπροσωπευτικών σωμάτων.
  • Δεύτερον, την κίνηση της μηχανής του πολιτεύματος, μέσω της καθοριστικής επιρροής που ασκούν στη λειτουργία τόσο της Βουλής όσο και της κυβέρνησης.
  • β. Σε πολιτικό επίπεδο η σημαντικότερη διαφοροποίηση στο κομματικό μας σύστημα μετά το 1975 (πέρα από τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ) συνδέεται με την εμφάνιση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εισήγαγε νέα ήθη, με την υιοθέτηση, ευθύς εξαρχής, του μοντέλου του μαζικού οργανωμένου κόμματος (με ιδιαίτερη έμφαση στον πολιτικό ρόλο των οργανώσεων και τη συμμετοχή των μελών στα κομματικά δρώμενα, αλλά και με αρκετές αρχηγικές και λαϊκιστικές ιδιαιτερότητες).

Αυτή η οργανωτική δομή, η οποία αποδείχθηκε ιδιαίτερα πρόσφορη για την κατάληψη της εξουσίας, υιοθετήθηκε στη συνέχεια, εν πολλοίς, και από τη Ν.Δ., η οποία μάλιστα ανέπτυξε, μέσω συγκεκριμένων κομματικών θυλάκων της, και έναν έντονο (για τα δεδομένα ενός συντηρητικού κόμματος) πολιτικό ακτιβισμό (ακροδεξιό κυρίως), που οδήγησε σε περαιτέρω οργανωτική μετάλλαξή της.

Ετσι, με την εξαφάνιση και της Ενωσης Κέντρου, το κομματικό μας σύστημα χαρακτηριζόταν σχεδόν στο σύνολό του από μαζικά οργανωμένα κόμματα, με εκατοντάδες οργανώσεις και με πολλές χιλιάδες μέλη. Ως εκ τούτου, ήταν περίπου αυτονόητο να επικρατήσει ως τρόπος ανάδειξης του αρχηγού –είτε εξ αρχής είτε σταδιακά– η εκλογή του από το μόνο όργανο που επέβαλλε ο συγκεκριμένος χαρακτήρας των κομμάτων, δηλαδή από το συνέδριο.

  • Β. Ωστόσο, τη δεκαετία του ’90 η λογική των μαζικών οργανωμένων κομμάτων βάσης αρχίζει να υποχωρεί. Τα κόμματα τυπικά μεν διατηρούν τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, στην πραγματικότητα όμως μετατρέπονται σε γραφειοκρατικούς οργανισμούς, με περιορισμένη πλέον συμμετοχή των μελών στη λήψη των αποφάσεων, ενώ παρατηρείται ταυτόχρονα ενίσχυση της πολιτικής επιρροής των βουλευτών και των αιρετών αυτοδιοικητικών στελεχών.

Εξαίρεση σε αυτό αποτέλεσε το ΚΚΕ, το οποίο όμως, κινούμενο εξαρχής στη λογική του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, κατέστη σταδιακά ένας αποστεωμένος εξουσιαστικός μηχανισμός, επιδιδόμενος βασικά σε κινήσεις επαναστατικής γυμναστικής.
Η μεγάλη αλλαγή, πάντως, παρατηρείται από το 2004, οπότε το ΠΑΣΟΚ υιοθετεί, ουσιαστικά, τη λογική τού «χύμα κόμματος», δηλαδή ενός ασπόνδυλου μορφώματος με ασαφή πολιτικά και οργανωτικά χαρακτηριστικά.

Απόρροια αυτής της λογικής ήταν η εκλογή του αρχηγού απευθείας «από τη βάση», η οποία όμως δεν είναι η κομματική βάση (ούτε καν μια ευρύτερη βάση γνωστών εκ των προτέρων «φίλων» του κόμματος, όπως θα ήταν σήμερα θεμιτό) αλλά ένα απροσδιόριστο εκλογικό σώμα εν δυνάμει συμμετεχόντων…

Μια τέτοια εκλογή, όμως, που προβλήθηκε μάλιστα ως μεγάλη δημοκρατική κατάκτηση, στην πραγματικότητα κινείται στα όρια της δημοκρατικής νομιμότητας (όπως είχα επισημάνει και όταν καθιερώθηκε), διότι γίνεται χωρίς εκλογικούς καταλόγους, χωρίς εγγυήσεις και χωρίς καμία ουσιαστική προϋπόθεση συμμετοχής, με αποτέλεσμα να καταργείται στην πράξη η ειδοποιός διαφορά του κόμματος από τις άτυπες πολιτικές εκφάνσεις της κοινωνίας των πολιτών, δηλαδή ο ιδιαίτερος –και συνταγματικά κατοχυρωμένος πλέον– πολιτικός δεσμός του κόμματος με τα μέλη του.

Με άλλα λόγια τα κόμματα, που υποτίθεται ότι βρίσκονται σε επίπεδο πολιτικής συνείδησης ένα σκαλί πάνω από τους εν γένει ψηφοφόρους, με τη διαδικασία αυτή ισοπεδώνονται και απαξιώνονται, χάνοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους και μετατρεπόμενα σε ευθεία προέκταση του αρχηγού τους, ο οποίος δεν λογοδοτεί σε κανέναν, επικαλούμενος διαρκώς και σε κάθε ευκαιρία το ότι εκλέγεται πανηγυρικά «από τη βάση» (στην οποία συγκαταλέγονται, βέβαια, και πολλοί που «είδαν φως και μπήκαν» ή που οδηγήθηκαν στην κάλπη με πάσης φύσεως «παροτρύνσεις» και «διευκολύνσεις» τοπικών παραγόντων…).

  • Γ. Το παράδοξο δε είναι ότι αυτός ο τρόπος εκλογής έγινε αποδεκτός χωρίς ενστάσεις από πολλούς που ορκίζονταν στο όνομα του «εκσυγχρονισμού», με αποτέλεσμα να παγιωθεί στο ΠΑΣΟΚ αλλά και να υιοθετηθεί στη συνέχεια από τη Ν.Δ. (με τα γνωστά αρνητικά αποτελέσματα…).

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και την ύπαρξη πλέον στο πολιτικό σκηνικό ενός κόμματος που δεν επέλεξε καν αρχηγό (διότι ο «ιδρυτής» του έκρινε, έως την πρόσφατη ήττα του κόμματός του, ότι δεν χρειάζονται διόλου οργανωτικές διαδικασίες…), αλλά και την κομματική κρίση που ενέσκηψε στον ΣΥΡΙΖΑ, διότι είχε επιλέξει για πολλά χρόνια μια άκρως προβληματική (οιονεί «ομοσπονδιακή») δομή κόμματος, έχουμε πλήρη την εικόνα ενός κομματικού συστήματος που νοσεί βαρύτατα.

Το πλέον ορατό δε σημείο αυτής της νόσου είναι ο τρόπος εκλογής αρχηγού, που εξακολουθεί να κινείται, παρά τις πολλές πλέον επικριτικές φωνές, στον αστερισμό του «δημοκρατικισμού», ο οποίος, ως ιδιαίτερη μορφή λαϊκισμού, υπονομεύει τόσο τον ρόλο του κομματικού συστήματος γενικά όσο και την ουσία της εσωκομματικής δημοκρατίας.

* Ο Γιώργος  Χ. Σωτηρέλης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πηγή: Eφημερίδα των Συντακτών