Στην άμεση καθαίρεση του Αμερικανού προέδρου στοχεύουν οι Δημοκρατικοί μετά την βίαιη εισβολή οπαδών του στο Καπιτώλιο την περασμένη Τετάρτη με αποτέλεσμα να χαθούν πέντε ανθρώπινες ζωές.

Η Δημοκρατική πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόσι, σε χθεσινή επιστολή – τελεσίγραφο προς τους συναδέλφους χαρακτήρισε τον Ντόναλντ Τραμπ ως επείγουσα απειλή για το έθνος. Και επανέλαβε ότι είναι έτοιμη να προχωρήσει τις αμέσως σε ταχείες ενέργειες για να εξασφαλιστεί η απομάκρυνση από το αξίωμα του, συμπεριλαμβανομένης της παραπομπής του.

Αρχικά η Βουλή των Αντιπροσώπων θα κληθεί να συζητήσει και να ψηφίσει, σήμερα, απόφαση που καλεί τον Ρεπουμπλικάνο αντιπρόεδρο, Μάικ Πενς, να επικαλεστεί την 25η τροπολογία και την κυβέρνηση να προχωρήσει στην παύση του Τραμπ. Ο Πενς, με βάση το κείμενο αυτό, θα αναλάβει υπηρεσιακός πρόεδρος ως την 20ή Ιανουαρίου.

Αν δεν υπάρξει ανταπόκριση, θα κατατεθεί «σχέδιο νόμου για τη διαδικασία παραπομπής» του Τραμπ στη Βουλή των Αντιπροσώπων -πιθανόν την Τρίτη-. Σε αυτή την περίπτωση το πιθανότερο είναι το ψήφισμα να εγκριθεί και να περάσει στη Γερουσία, η οποία θα αποφασίσει για τη «δίκη» αλλά η διαδικασία είναι χρονοβόρα και μάλλον δεν θα έχει ολοκληρωθεί στις 20 Ιανουαρίου.

Το αμερικανικό Σύνταγμα δεν αναφέρει με σαφήνεια εάν μπορεί να ολοκληρωθεί, εφόσον έχει τελειώσει η θητεία Τραμπ. Ωστόσο, εάν παραπεμφθεί και καταδικαστεί, δεν μπορέσει ποτέ ξανά να είναι υποψήφιος για δημόσιο αξίωμα και θα χάσει και όλα τα προνόμια των πρώην προέδρων των ΗΠΑ.

Δεν είναι λίγοι, πάντως, οι Ρεπουμπλικάνοι που καλούν τον Τραμπ να παραιτηθεί και να αφήσει τη θέση του στον Πενς, κάτι που είχε κάνει και ο Ρίτσαρντ Νίξον το 1974. Μετά τους Ρεπουμπλικανούς Λάιζα Μουρκόφσκι και Μπεν Σάσι, και ο Πατ Τούμεϊ ζήτησε «να φύγει το συντομότερο δυνατόν για το καλό της χώρας».

Μια άλλη σκέψη για την απομάκρυνση του μεγιστάνα αποτελεί η Βουλή των Αντιπροσώπων να καταδικάσει άμεσα τις ενέργειές του αλλά να καθυστερήσει τη δίκη στη Γερουσία για 100 ημέρες, ώστε να μπορέσει ο νέος πρόεδρος να επικεντρωθεί σε άλλες προτεραιότητες μόλις αναλάβει τα καθήκοντά του στις 20 Ιανουαρίου.

«Ας δώσουμε στον εκλεγμένο Πρόεδρο Μπάιντεν τις 100 ημέρες που χρειάζεται για να ξεκινήσει η ατζέντα του», είπε χθες ο εξέχων Δημοκρατικός, για να προσθέσει πως το Πεντάγωνο «συνεργάζεται με τις τοπικές και ομοσπονδιακές αρχές επιβολής του νόμου για να συντονίσει τις προετοιμασίες ασφαλείας» για την ορκωμοσία του πρώτου.

Σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια κατά την ορκωμοσία Μπάιντεν

Άλλωστε, πυρετώδεις είναι οι προετοιμασίες για την τελετή στις 20 Ιανουαρίου, με τις αρχές να ενισχύουν τα μέτρα προκείμενου να αποφύγουν νέα έκτροπα καθώς εγείρονται σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια λόγω των πρόσφατων αιματηρών γεγονότων αλλά και των ευρημάτων των αρχών κατά τη διάρκεια της σχετικής έρευνας.

Σύμφωνα με το γραφείο του Δημοκρατικού, Τζέισον Κρόου, ο πρώην εκπρόσωπος του στρατού Ράιαν ΜακΚάρθι ανέφερε ότι το Υπουργείο Άμυνας «γνωρίζει περαιτέρω πιθανές απειλές από επίδοξους τρομοκράτες» για τις επόμενες ημέρες.

Ο δεύτερος φέρεται να εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες σχετικά με αναφορές ότι «ενεργά και εφεδρικά στρατιωτικά μέλη εμπλέκονται στην εξέγερση» και τόνισε την ανάγκη ότι τα στρατεύματα που θα αναπτυχθούν για την τελετή να μην τρέφουν… «συμπάθεια για τους εγχώριους τρομοκράτες».  

Χθες ο επικεφαλής των Δημοκρατικών της Γερουσία, Τσακ Σούμερ δήλωσε ότι η απειλή από βίαιες εξτρεμιστικές ομάδες παραμένει υψηλή μετά την  εισβολή στο Καπιτώλιο.

Ο Σούμερ μίλησε το Σάββατο με τον διευθυντή του FBI, Κρίστοφερ Ρέι, ζητώντας του να «καταδιώξει ανελέητα» αυτούς που πραγματοποίησαν την επίθεση.

«Η απειλή βίαιων εξτρεμιστών ομάδων παραμένει υψηλή και οι επόμενες εβδομάδες είναι κρίσιμες για τη δημοκρατική μας διαδικασία με την επερχόμενη τελετή ορκωμοσίας στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ του εκλεγμένου προέδρου Τζο Μπάιντεν και της εκλεγμένης αντιπροέδρου Κάμαλα Χάρις», δήλωσε ο Σούμερ.