Οι αμερικανικές εκλογές εκτός από την ήττα του Ντόναλντ Τραμπ έφεραν στο προσκήνιο τις αδυναμίες αλλά και τις ιδιαιτερότητες του πολιτικού συστήματος της χώρας. Μία από αυτές είναι ότι ο νεοεκλεγείς πρόεδρος, παρά τη μεγάλη πλειοψηφία που τον έφερε στο αξίωμα, θα πρέπει να συνυπάρξει με την ισχυρή παρουσία των Ρεπουμπλικανών στα δύο νομοθετικά σώματα, δηλαδή στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία.

Μάλιστα στην τελευταία, η εντελώς οριακή πλειοψηφία του ενός από τα δύο κόμματα, θα εξαρτηθεί από τις επαναληπτικές εκλογές για δύο γερουσιαστές στην Πολιτεία της Τζόρτζια, που θα διεξαχθούν σε λίγες ημέρες. Η σημασία της σύμπραξης προέδρου – Κογκρέσου σε σημαντικές αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής έγινε πολύ πρόσφατα πλήρως κατανοητή και στην Ελλάδα όταν επιβλήθηκαν οι κυρώσεις στην Τουρκία.

Ο Αμερικανός νέος πρόεδρος θα πρέπει στις πολιτικές μάχες που θα δώσει να συνεκτιμήσει αυτόν τον παράγοντα και να επιλέξει τις προτεραιότητές του. Αναμφίβολα απόλυτη προτεραιότητα είναι η επαναφορά των ΗΠΑ στη Συμφωνία των Παρισίων για το Κλίμα. Το διεθνές πολιτικό κεφάλαιο που θα κερδίσει από αυτή την πρωτοβουλία θα πρέπει να το επενδύσει στη σφυρηλάτηση σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ενωση προκειμένου να χαραχθεί κοινή πορεία για την αντιμετώπιση της κινεζικής πολιτικής στο παγκόσμιο εμπόριο και την οικειοποίηση αμερικανικής νέας τεχνολογίας.

Υπενθυμίζεται ότι δύο εβδομάδες μετά τις προεδρικές εκλογές ανακοινώθηκε η εμπορική συμφωνία της Κίνας με τις χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού, που περιλαμβάνει και δύο σημαντικές «Δυτικές» χώρες: την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Η πρόκληση για τις ΗΠΑ είναι προφανής.

H αναδιάρθρωση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και η εξισορρόπηση της κινεζικής μεγέθυνσης θα έχει τη συναίνεση του Κογκρέσου, προϋποθέτει όμως και στενή συνεργασία της Ευρώπης. Η τελευταία ίσως αποδειχτεί δυσκολότερη από τη φυσιολογικά αναμενόμενη επειδή την προηγούμενη τετραετία η διακαής επιδίωξη της κοινής πορείας με τις ΗΠΑ οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στις ακραίες πολιτικές Τραμπ, που ευθέως την υπονόμευαν. Είναι τώρα πιθανόν να αναμείνουν οι Ευρωπαίοι πρωτοβουλίες αλλά και υποχωρήσεις από μια αμερικανική κυβέρνηση, ορισμένες από τις διεθνείς επιδιώξεις της οποίας έχουν απόλυτη ανάγκη την ευρωπαϊκή στήριξη.

Ισως το πιο δύσκολο εγχείρημα για τη νέα αμερικανική κυβέρνηση αποδειχτεί η σύναψη μιας νέας συμφωνίας για τα Πυρηνικά με το Ιράν, την οποίαν επιθυμούν διακαώς οι Ευρωπαίοι και στην οποία αντιτίθενται, όπως έχει πολύ πρόσφατα αναδειχτεί, οι Ισραηλινοί, με κάθε μάλιστα μέσο. Η έγκριση από τη Γερουσία μιας τέτοιας συμφωνίας, στην ολοένα και πιο απίθανη περίπτωση που οι Ιρανοί συμπράξουν στη σύναψή της, θα είναι εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη και όλοι γνωρίζουν πως εάν αυτό δεν συμβεί, ένας επόμενος Ρεπουμπλικανός πρόεδρος θα την πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων.

Τέλος, η κυβερνο-επίθεση των προηγούμενων ημερών που, χωρίς επιφύλαξη, αποδίδεται στους Ρώσους, αντιπροσωπεύει, σύμφωνα με πρώην σύμβουλο Εσωτερικής Ασφάλειας του ίδιου του προέδρου Τραμπ, «μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες της αντικατασκοπίας στη ιστορία των ΗΠΑ».

Αυτή η επίδειξη ρωσικής ηλεκτρονικής ισχύος αφήνει ελάχιστα περιθώρια αμφιβολίας ότι οι αμερικανο-ρωσικές σχέσεις, με την ανάληψη καθηκόντων από τον νέο πρόεδρο, θα εισέλθουν, και με τη συναίνεση και των δύο νομοθετικών σωμάτων, σε δυσκολότερη φάση. Μία συνέπεια άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος είναι ότι θα στενέψουν πολύ τα περιθώρια για τη συνέχιση της σημερινής ανοχής των ΗΠΑ στην «εγκάρδια» ρωσοτουρκική συνεννόηση. Ενδεχομένως, το στίγμα της νέας εποχής δίνει η επιβολή αμερικανικών κυρώσεων στην Τουρκία, τις παραμονές της ανάληψης καθηκόντων από τον νέο πρόεδρο με ευρύτατη κοινοβουλευτική συναίνεση.

Θα ολοκληρώσω αυτές τις σκέψεις με ένα αντικείμενο πολιτικής συναίνεσης που ενισχύθηκε την προεκλογική περίοδο και δεν αφορά αποκλειστικά τα νομοθετικά σώματα. Πρόκειται για την αντιμετώπιση της πρόκλησης για τη δημοκρατία που αντιπροσωπεύουν οι γιγαντιαίες πλατφόρμες του διαδικτύου, όπως η Apple, το Facebook, η Google και το Twitter, η ισχύς των οποίων στη διάρκεια της πανδημίας πολλαπλασιάστηκε.

O Φράνσις Φουκουγιάμα υπογραμμίζει σε πρόσφατο άρθρο του (Foreign Affairs: Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2021) ότι οι μεν Δημοκρατικοί φοβούνται τη χρησιμοποίηση αυτών των δικτύων από εγχώριους και αλλοδαπούς εξτρεμιστές, οι δε Ρεπουμπλικανοί θεωρούν ότι είναι προκατειλημμένα εναντίον των συντηρητικών. Ηδη μια μεγάλη μερίδα έγκριτων νομικών προσπαθεί να ερμηνεύσει την αμερικανική αντιμονοπωλιακή νομοθεσία με τρόπο που να θέτει φραγμούς στην παγκόσμια κυριαρχία των δικτύων. Ακόμη ένας τομέας πιθανής συνεργασίας με την Ευρώπη, όπου η Γερμανία έχει ήδη κάνει σημαντικά βήματα στο πεδίο αυτό.

* fellow Πανεπιστημίου Dalhousie, Χάλιφαξ, Καναδά. Πρώην πρέσβης εκ προσωπικοτήτων

Efsyn.gr