“Κάποτε υπολόγισα ότι η γνωστή και αναγνωρισμένη παγκοσμίως ρωσική λογοτεχνική παραγωγή, ποίηση και πεζογραφία, από τις αρχές του 19ου αιώνα και έπειτα, δεν ξεπερνά τις 23.000 τυπωμένες σελίδες κανονικού μεγέθους. Από την άλλη, η γαλλική ή η αγγλική, λόγου χάριν, λογοτεχνία έχει πίσω της ήδη μια ιστορία αρκετών αιώνων και ουκ ολίγων αριστουργημάτων. Καταλήγω, λοιπόν, στο πρώτο από τα συμπεράσματά μου: Με εξαίρεση ένα μεσαιωνικό μείζον έργο, η ρωσική λογοτεχνία μπορεί πολύ εύκολα να χωρέσει στα στενά όρια ενός περίπου αιώνα – ή έστω λίγο περισσότερο, αν συνυπολογίσουμε και κάποια πιο πρόσφατα έργα μιας κάποιας αξίας. Εν ολίγοις, ένας αιώνας, ο 19ος, υπήρξε αρκετός προκειμένου σε μια χώρα δίχως αυτοφυή λογοτεχνική παράδοση να “παραχθεί” λογοτεχνία υψηλής ποιότητας, με παγκόσμια ακτινοβολία, ικανή να συγκριθεί -σε όλα τα πεδία, με εξαίρεση τον όγκο της- με εκείνη της Γαλλίας ή της Αγγλίας, οι ρίζες των οποίων βρίσκονται πολλούς αιώνες πίσω. Αυτή η αξιοθαύμαστη άνθηση θα ήταν αδύνατη αν η Ρωσία δεν είχε σημειώσει ανάλογη πρόοδο, και μάλιστα ταχύρρυθμη, και σε άλλα πεδία της πνευματικής ζωής – τόσο ώστε να μην υπολείπεται ως προς την πρόοδο αυτή των μεγάλων χωρών της Δύσης. Έχω επίγνωση ότι αυτή η αλματώδης πολιτισμική και πνευματική πρόοδος που σημειώθηκε στη Ρωσία του 19ου αιώνα είναι ελάχιστα γνωστή στη Δύση”. (Β. Ν.)

“Χάρη στη φαντασία και στο κομψό ύφος του Ναμπόκοφ, οι πανεπιστημιακές παραδόσεις του υπερβαίνουν σαφώς την απλή διδασκαλία και τη μετάδοση γνώσεων ανάγονται σε απολαυστική εμπειρία”. (New Republic)

«Για τον Ναμπόκοφ η ανάγνωση, η «μετωπική σύγκρουση» του αναγνώστη με το λογοτεχνικό έργο δεν προσομοιάζει με εκείνη άλλων τεχνών. Φερ’ ειπείν, στην περίπτωση της ζωγραφικής προσεγγίζουμε και αξιολογούμε έναν πίνακα οπτικά, καθολικά, ρουφώντας τον αρχικά εν συνόλω και αδιαίρετα και εν συνεχεία εστιάζοντας στα επιμέρους στοιχεία του. Αντιθέτως, η λειτουργία της ανάγνωσης είναι διαφορετική, δεδομένου πως είναι αδύνατον να καλύψουμε «με μια ματιά» το πολυσέλιδο κείμενο. Απαιτείται χρόνος, τμηματική πρόσληψη και αξιολόγηση, σελίδα τη σελίδα, ώστε η καταληκτική παράγραφος να συνδέσει τα επιμέρους σε ένα διακριτό όλον. Μα ακριβώς γι’ αυτό η επανάγνωση (επαναλαμβάνει ακάματα ο Δάσκαλος!) αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της διαδικασίας κτήσης του κειμένου ? η πρώτη επαφή είναι ασαφής και αναγνωριστική, η δεύτερη (ίσως και τρίτη) συντελεί στην ουσιαστική μέθεξη».