Στην εκτίμηση ότι θα λάβει προκαταβολές 5,5 δισ. από το Ταμείο Ανάκαμψης βασίζει η κυβέρνηση το σενάριο για ανάπτυξη 7,5% την επόμενη χρονιά ● Υψηλού ρίσκου επιλογή η μείωση των δαπανών κατά 4,6 δισ. και υψηλής αβεβαιότητας η πρόβλεψη για αύξηση των εσόδων από φόρους κατά 5 δισ. ευρώ.

Υψηλών προσδοκιών προϋπολογισμό για το 2021 κατέθεσε χθες στη Βουλή η κυβέρνηση, καθώς οι προβλέψεις για τα βασικά μεγέθη της οικονομίας και κυρίως για τον ρυθμό ανάπτυξης, που αποτελεί τον βασικό πυλώνα, στηρίζονται στην υπεραισιόδοξη εκδοχή της ταχείας εξόδου από τον κύκλο της πανδημίας.

Με την υπόθεση ότι σταδιακά εντός του επόμενου έτους θα «σβήσουν» οι παρενέργειες από την κρίση του κορονοϊού, το οικονομικό επιτελείο αφενός δεν ενσωματώνει προβλέψεις για νέα μέτρα στήριξης, αφετέρου ποντάρει στην πλήρη αντιστροφή της ύφεσης τοποθετώντας τον πήχη της ανάκαμψης στο 7,5% (!) από το -8,2% που δείχνει αυτήν την ώρα το «βυθόμετρο».

Η πρόβλεψη για τον ρυθμό ανάκαμψης βασίζεται στο σενάριο ότι το 2021 θα ληφθούν προκαταβολές 5,5 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης (2,635 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 1,272 δισ. ευρώ δάνεια) και σύμφωνα με τα στελέχη του Γενικού Λογιστηρίου τα κεφάλαια αυτά επαρκούν για να εκτινάξουν την ελληνική οικονομία πάνω από τον αφρό.

Το θέμα είναι ότι οι συγκεκριμένες μακροοικονομικές προβλέψεις γίνονται σε μια στιγμή που η παγκόσμια οικονομία κινείται στην κόψη του ξυραφιού (φέτος η ύφεση τοποθετείται στο -4,9%), οπότε για να έχουν αξιοπιστία θα πρέπει με κάποιον τρόπο να μπορέσουν να υλοποιηθούν.

Είναι ένα δύσκολο στοίχημα από το οποίο πολλά θα κριθούν στην πορεία, όπως και η δυνατότητα της κυβέρνησης να προσδίδει εγκυρότητα στον πολιτικό της λόγο. Ο δημοσιονομικός μαραθώνιος ξεκίνησε και επόμενος σταθμός είναι η αποστολή του προσχεδίου στις Βρυξέλλες στις 15 Οκτωβρίου και εν συνεχεία η κατάθεση του τελικού κειμένου στις 21 Νοεμβρίου στη Βουλή.

Κίνηση «υψηλού ρίσκου»

Ουδείς μπορεί να ισχυριστεί ότι ο προϋπολογισμός είναι εύκολος, δεν έχει ρίσκα και μπορεί να επιτευχθεί με άνεση. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει και υποστηρίζεται στον δημόσιο διάλογο. Από την ανάλυση του «σκεπτικού» του οικονομικού επιτελείου για την εξέλιξη των βασικών μεγεθών της οικονομίας και τη στοχοθεσία στα δημοσιονομικά, προκύπτει ότι το προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού είναι διάσπαρτο από αβεβαιότητες και βρίσκεται κυριολεκτικά στο έλεος της επιδημιολογικής κρίσης.

Μόνο η στόχευση για τα λεφτά που θα πάρουμε του χρόνου από τα ευρωπαϊκά ταμεία, όταν δεν έχει οριστεί ακόμα ο γενικός κανονισμός αξιοποίησης (συνεχίστηκε η ανταλλαγή απόψεων στο χθεσινό Eurogroup), είναι αρκετή για να καταδείξει το πόσο επισφαλής είναι αυτή η πρόβλεψη.

Ως «υψηλού ρίσκου» κίνηση μπορεί να θεωρηθεί η απόφαση να «κόψει» 4,6 δισ. ευρώ από τις συνολικές δαπάνες του προϋπολογισμού που θα διατεθούν για το 2021, τη στιγμή που η διασπορά του κορονοϊού συνεχίζεται και η χώρα βρίσκεται πολύ κοντά σε μια νέα γενικευμένη καραντίνα. Με αυτόν τον τρόπο το οικονομικό επιτελείο είναι σαν να προεξοφλεί ότι η πανδημία θα εξαλειφθεί, οι κραδασμοί στην οικονομία θα κοπάσουν, και αγι αυτό το λόγο αποσύρει τα μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Την ίδια ώρα αυξάνει στα 2,5 δισ. ευρώ τις δαπάνες για το εξοπλιστικό πρόγραμμα των ενόπλων δυνάμεων, ενώ τα κονδύλια για τις μεταναστευτικές ροές προβλέπεται να φτάσουν σε 564 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 414 εκατ. ευρώ θα καλυφθούν από τον τακτικό προϋπολογισμό. Το επίδομα θέρμανσης για την περίοδο 2019-2020 θα φτάσει στα 84 εκατ. ευρώ (αυξημένο κατά 16 εκατ. ευρώ σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν).

Αυτές οι παροχές δεν μπορούν να κάνουν τη διαφορά στην τσέπη των φορολογουμένων και των επαγγελματιών που φέτος τα εισοδήματά τους υπέστησαν συντριβή από τον κορονοϊό. Η κάλυψη αυτών των απωλειών προϋποθέτει πολύ πιο δραστικά μέτρα, με αναπτυξιακή ώθηση, ισχυρές ενέσεις ρευστότητας στην αγορά και άρση των φορολογικών βαρών ώστε το αποτύπωμα στην οικονομία να είναι ισχυρό. Δυστυχώς όμως για όλους εμάς οι φόροι το 2021 αυξάνουν σχεδόν κατά 5 δισ. ευρώ, ενώ ο φετινός προϋπολογισμός θα κλείσει με «τρύπα» τουλάχιστον 7,5 δισ. ευρώ. Μόνο οι απώλειες στα έσοδα από τη μείωση της κατανάλωσης, που είναι και η μεγαλύτερη πληγή, ανέρχονται σε 4,6 δισ. ευρώ.

Ευτυχώς που στο προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού, εκτός από το ακμαίο σενάριο, υπάρχει και το δυσμενές. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό, μια παράταση του επιδημιολογικού φαινομένου (μέτριας έντασης, όπως παρατηρείται κατά τους τρέχοντες μήνες) θα κόψει τρεις ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη και θα την οδηγήσει μεταξύ 4,5% και 5,5% από 7,5%.

Επιδείνωση μεγεθών

Τούτο όμως θα ανατρέψει όλο τον δημοσιονομικό σχεδιασμό και θα προκαλέσει τρομακτική επιδείνωση στο μέγεθος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Ετσι, από το σενάριο βάσης για έλλειμμα 1% ή 1,862 δισ. ευρώ ο προϋπολογισμός θα οδηγηθεί στο 3% του ΑΕΠ, ποσοστό που είναι αβέβαιο αν θα γίνει αποδεκτό από τους θεσμούς ακόμα και εντός του πλαισίου της «ρήτρας διαφυγής». Φέτος πάντως η πρόβλεψη είναι για πρωτογενές έλλειμμα 10,643 δισ. ευρώ ή 6,23% του ΑΕΠ (σε όρους ενισχυμένης εποπτείας).

Το ΑΕΠ σε απόλυτα μεγέθη θα φτάσει στα 185,215 δισ. ευρώ από τα επίπεδα των 170,721 δισ. ευρώ στα οποία εκτιμάται ότι θα κατρακυλήσει φέτος. Η καμπάνα του χρέους θα ακουστεί βαριά αφού στο τέλος του 2020 η χώρα θα αντιμετωπίζει χρέος 337 δισ. ευρώ ή 197,4% ως ποσοστό του ΑΕΠ (γενικής κυβέρνησης). Το 2021 το ίδιο μέγεθος θα σκαρφαλώσει στα 342 δισ. ευρώ, πλην όμως ως ποσοστό του ΑΕΠ θα είναι μικρότερο, ήτοι 184,7% (μείωση κατά 12,7 ποσοστιαίες μονάδες). Οι δανειακές ανάγκες υπολογίζονται σε περίπου 11-12 δισ. ευρώ μαζί με τα έντοκα γραμμάτια.