Στις αρχές του μήνα, συγκεκριμένα στις 3 Σεπτεμβρίου, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) Robert Spano πραγματοποίησε τετραήμερη επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία. Το γεγονός θα μπορούσε να περάσει  απαρατήρητο εάν στη διάρκεια αυτής της επίσκεψης δεν είχαν συμβεί ορισμένα παράδοξα. Τα συνοψίζει η διακεκριμένη Τουρκάλα νομικός Dilek Kurban: «Mε τόσα πολλά ηθικά ατοπήματα κρίσεως στη διάρκεια μιάς μόνο επίσκεψης και τόσες πολλές περιπτώσεις όπου ο Spano ήρθε σε επίσημη επαφή με θεσμούς και πολιτικούς που έχουν άμεση εμπλοκή σε υποθέσεις που βρίσκονται ήδη ή πρόκειται να εκδικασθούν ενώπιον του ΕΔΔΑ υπό την Προεδρία του, κατέστησε τη θέση του μη συμβατή. Δεν μπορεί κάποιος να είναι Πρόεδρος του ΕΔΔΑ και να αναγορεύεται Επίτιμος Διδάκτορας ενός Πανεπιστημίου που έχει απολύσει ακαδημαϊκούς, προσφυγές των οποίων εκκρεμούν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ούτε να προσφέρει ευκαιρίες κοινής φωτογράφησης σε κυβερνητικούς εντολοδόχους που αντικατέστησαν δημοκρατικά εκλεγμένους δημάρχους, προσφυγές των οποίων εκκρεμούν  στο πινάκιο του ΕΔΔΑ, ούτε μπορεί να κάνει προσωπικές χάρες στην  δικαστή της Τουρκίας στο ΕΔΔΑ επισκεπτόμενος σχολείο που χρηματοδοτείται από τους γονείς της, ούτε να πραγματοποιεί συναντήσεις με πολιτικούς του κυβερνώντος AKP χωρίς αντίστοιχη συνάντηση με εκπροσώπους της αντιπολίτευσης».    Ειδικά όσον αφορά το ζήτημα των δημοτικών αρχών στις Κουρδικές περιοχές της Τουρκίας, ο κ. Spano είχε στη διάθεσή του, από τον περασμένο Ιούνιο (19.6.2020),  Γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου, συμβουλευτικού οργάνου του Συμβουλίου της Ευρώπης που εκδόθηκε  μετά από αίτημα του Κογκρέσου Τοπικών και Περιφερειαρχών Αρχών, και έκρινε παράνομες αποφάσεις σχετικές με αρχές εκλεγμένες μετά τις περιφερειακές εκλογές του Μαρτίου 2019 στη Ν.Α. Τουρκία. Οι αποφάσεις αυτές απαγόρευαν σε ένα αριθμό εκλεγμένων υποψηφίων να αναλάβουν καθήκοντα δημάρχου ενώ εκδίωκαν δημάρχους που ασκούσαν ήδη καθήκοντα στις πόλεις Ντιγιαρμπακίρ,  Μαρντίν και Βαν και τους αντικαθιστούσαν με τους  διορισμένους  Κυβερνήτες κάθε περιοχής ως «εντολοδόχους».

Από τις 15 Ιουλίου 2016, ημερομηνία του αποτυχημένου πραξικοπήματος στη Τουρκία, έχουν συλληφθεί ή φυλακιστεί 4.400 δικαστές και εισαγγελείς, περιλαμβανομένων δύο μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου γεγονός που, συνδυαζόμενο με τις αυξημένες αρμοδιότητες του Ερντογάν να διορίζει υψηλόβαθμους δικαστές, περιλαμβανομένων εκείνων  των Ανωτάτων  Δικαστηρίων, έχουν αυξήσει τις πιέσεις προς το ΕΔΑΔ  να δέχεται  προσφυγές από την Τουρκία χωρίς την εξάντληση των  εσωτερικών ενδίκων μέσων. Ο σημερινός Πρόεδρος του ΕΔΑΔ γνωρίζει καλά αυτή την κατάσταση αφού μέχρι πέρσι συμμετείχε στο Δεύτερο Τμήμα του Δικαστηρίου με αρμοδιότητα εκδίκασης  (και) των Τουρκικών υποθέσεων. Σύμφωνα με απόφαση που εκδόθηκε επί δικής του Προεδρίας  σε αυτό ακριβώς το  Τμήμα,  3.000 περίπου από αυτούς του δικαστές και εισαγγελείς απολύθηκαν την επόμενη ημέρα του αποτυχημένου πραξικοπήματος πράγμα αδύνατο χωρίς την απόλυτη συνεργασία των Τουρκικών δικαστικών αρχών.

Πάντως η κλωστή που συνδέει το ΕΔΔΑ με την Άγκυρα είναι μεν λεπτή αλλά έχει αποδειχτεί ανθεκτική ακόμη και όταν  χρειάστηκε, όπως συνέβη στην Απόφαση  Λοιζίδου, να δεχτεί ότι η επέμβαση της στη Κύπρο και η στέρηση της περιουσίας των Ελληνοκυπρίων ήταν παράνομη και να συμμορφωθεί εν μέρει με αυτήν. Γενικά η Τουρκία όπως και άλλες χώρες με παρεμφερή καθεστώτα όπως η Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν, ακολουθούν πολιτική ελάχιστης δυνατής συμμόρφωσης  καταβάλλοντας άμεσα χρηματικές αποζημιώσεις στους παθόντες αλλά καθυστερώντας με διάφορα προσχήματα την αναθεώρηση της δικαστικής απόφασης και του εσωτερικού τους δικαίου ώστε να συμμορφωθούν  με την ερμηνεία του δικαστηρίου. Η δυνατότητα παρέμβασης του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις είναι περιορισμένη εφόσον η εναλλακτική λύση, δηλαδή να μην εξαντληθούν τα εσωτερικά ένδικα μέσα αλλά να εκδικασθεί η υπόθεση απευθείας από το ίδιο, είναι πρακτικά αδύνατη όταν το ΕΔΔΑ κυριολεκτικά κατακλύζεται από υποθέσεις και οι πολυετείς καθυστερήσεις ακυρώνουν το θεσμικό του ρόλο.

‘Οπου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και η νομολογία του δεν επιδρούν προληπτικά αλλά μόνο κατασταλτικά,  οι θετικές επιδράσεις  στη χώρα- παραβάτη θα εξασθενούν. Γι’ αυτό η δημόσια εικόνα του Προέδρου του να συναγελάζεται με τον Ερντογάν και να περιβάλλεται με ακαδημαϊκές τηβέννους,  εικόνα που προβλήθηκε κατά κόρον από τα ΜΜΕ,  ενθαρρύνει τους Τούρκους δικαστές  να αγνοούν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου  και στέλνει στους Τούρκους πολίτες μήνυμα εγκατάλειψης. Δεν είναι αυτό το μήνυμα που πρέπει να εκπέμπει ο Πρόεδρος του ΕΔΔΑ.

*πρώην Εκπρόσωπος της Ελλάδος στην Επιτροπή της Βενετίας (2002-2005) και εκλεγμένος Πρόεδρος της Υποεπιτροπής Διεθνούς Δικαίου.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 1/10/2020