Στο  πλαίσιο  αυτό,  η  κυβερνητική  αντίληψη  ότι  η  ultra-κεφαλαιοποίηση  της  επικουρικής  ασφάλισης  θα  συμβάλλει  στην  αναβάθμιση  της  εμπιστοσύνης  των  πολιτών  στην  κοινωνική  ασφάλιση, κατανοείται  πολιτικά  ως  ανεξήγητα  εμμονική  και  τεχνικά ως αποδεδειγμένα  λανθασμένη.

Κι’ αυτό  γιατί  από εννοιολογική  και  συστημική  άποψη η  κεφαλαιοποιημένη  επικουρική  ασφάλιση  ανήκει, μεταξύ των άλλων,  στην  ιδιωτική  και  όχι  στην  κοινωνική  ασφάλιση.

Παράλληλα, υποστηρίζεται  από  κυβερνητικούς  παράγοντες ότι η δομή του συστήματος κοινωνικής  ασφάλισης (ΣΚΑ)  θα  συγκροτείται από τον πρώτο πυλώνα ο οποίος θα αποτελείται από την κύρια σύνταξη που θα λειτουργεί με το αναδιανεμητικό σύστημα της αλληλεγγύης των γενεών και της συλλογικής αντιμετώπισης του κινδύνου του γήρατος (κίνδυνος φτώχειας και ένδειας).

Τον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης που θα αποτελείται από την «δημόσια» και υποχρεωτική για τους νέους εργαζομένους κεφαλαιοποιητική επικουρική ασφάλιση που θα αντικαταστήσει την σημερινή(ΕΤΕΑΕΠ) επικουρική κοινωνική ασφάλιση, τα προαιρετικής ασφάλισης επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία και από τον τρίτο πυλώνα που  εντάσσεται  στο  πεδίο  της  ιδιωτικής  και  όχι (όπως  κατανοείται  λανθασμένα)  της  δημόσιας  κοινωνικής  ασφάλισης, όπως είναι τα ατομικά και ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια των ασφαλιστικών εταιρειών.

Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 20 του νόμου 4670/2020, το δημόσιο σύστημα κοινωνικής  ασφάλισης  (κύρια και επικουρική ασφάλιση) διέπεται από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της αναδιανομής, της υποχρεωτικότητας, της ανταποδοτικότητας, της ενότητας, της επάρκειας και της βιωσιμότητας του συστήματος.

Στις  συνθήκες  αυτές  του υπάρχοντος  θεωρητικού, εννοιολογικού, θεσμικού και  οργανωτικο-λειτουργικού  πλαισίου  στην  Ελλάδα,  αξίζει  να  σημειωθεί  ότι η  αντίληψη  κυβερνητικών  παραγόντων  της  κρατικής  και  όχι ιδιωτικής  διαχείρισης  της κεφαλαιοποιημένης  επικουρικής  ασφάλισης,  δεν αλλάζει την ουσία των οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών της προτεινόμενης μετάβασης από  το  αναδιανεμητικό  στο ultra-κεφαλαιοποιητικό  σύστημα.

Κι’ αυτό  γιατί  η  χρησιμοποίηση  του  όρου «κρατικός  φορέας  διαχείρισης της κεφαλαιοποιημένης  επικουρικής  ασφάλισης»  απευθύνεται  περισσότερο στις πολιτικές  και  κοινωνικές  δυνάμεις  της  χώρας, παρά  το  γεγονός  ότι  οι  εργασίες  διαχείρισης  θα  εκχωρηθούν σε  εξωτερικούς  επιχειρηματικούς  σχηματισμούς (outsourcing ή ΣΔΙΤ), δηλαδή σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες και εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων.

Αντίθετα  όμως,  το  Συμβούλιο  Επικρατείας (ΣτΕ) στις  σχετικές  αποφάσεις  του,  με την  έννοια του δημοσίου χαρακτήρα  του συστήματος  κοινωνικής  ασφάλισης (ΣΚΑ), εννοεί με  τον  πιο  εύληπτο  και  σαφή  τρόπο  την κύρια και την  επικουρική ασφάλιση.

Πιο  συγκεκριμένα, με βάση αυτές τις αποφάσεις του ΣτΕ,  ουσιαστικά επισημαίνεται ότι ο πρώτος πυλώνας ασφάλισης που είναι η δημόσια κοινωνική ασφάλιση (Ν. 4387/2016 και Ν. 4670/2020) αποτελείται από την κύρια και την επικουρική σύνταξη.

Αυτό  σημαίνει  ότι  η   επικουρική ασφάλιση δεν ανήκει στον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης στον οποίο ανήκουν τα ιδιωτικού δικαίου κεφαλαιοποιητικού τύπου ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης (Ν. 3029/2002 και Ν. 4680/2020).

Παράλληλα, υποστηρίζεται  από  κυβερνητικούς  παράγοντες ότι η κεφαλαιοποίηση της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης θα συμβάλει στη διαγενεακή αλληλεγγύη.

Εδώ, όμως η χρήση  της   έννοιας  της  αλληλεγγύης  δεν  είναι  ορθή, δεδομένου  ότι  η έννοια  της αλληλεγγύης  εμπεριέχει, κατά  βάση,  την έννοια της συλλογικής αντιμετώπισης του κινδύνου του γήρατος και σχετίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με την αρχή της αναδιανομής (άρθρο 20 Ν. 4670/2020). Δηλαδή, με την αλληλεγγύη και την αναδιανομή των  πόρων  αντιμετωπίζονται κίνδυνοι κενών διαστημάτων εργασίας από ατυχήματα,  αναπηρία,  ανεργία, ευέλικτες μορφές απασχόλησης, κ.λ.π.

Αντίθετα, ο κεφαλαιοποιητικός  ατομικός  λογαριασμός (κουμπαράς) δεν  εμπεριέχει καμία μορφή αλληλεγγύης, αφού κάθε ένας  ασφαλισμένος θα λάβει ως επικουρική σύνταξη το  ποσό  που  έχει συσσωρευθεί  στον  ατομικό  του λογαριασμό.  Έτσι, εάν  ο  ασφαλισμένος  στην  κεφαλαιοποιητική  επικουρική  ασφάλιση    αντιμετωπίσει  στην  εργασιακή  του  ζωή  ανεργία, ευέλικτες μορφές απασχόλησης με χαμηλές αμοιβές, ατυχήματα ή συνταξιοδοτηθεί με αναπηρία,   το  ποσό της   επικουρικής  σύνταξης  που θα λάβει θα είναι πολύ χαμηλή σε σχέση με κάποιον  άλλο  ασφαλισμένο που θα έχει συνεχόμενα έτη εργασίας, με υψηλές αποδοχές και   σταθερή  απασχόληση.

Αυτό  σημαίνει  ότι  στο αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης εμπεριέχεται η έννοια της αλληλεγγύης τόσο μεταξύ των γενεών, όσο και μεταξύ της κάθε γενιάς, σε αντίθεση με την κεφαλαιοποιητική επικουρική σύνταξη των ατομικών λογαριασμών που εξ ορισμού και  εκ της λειτουργίας αυτού του συστήματος δεν υφίσταται καν η έννοια της αλληλεγγύης.

Επιπλέον,  υποστηρίζεται από  κυβερνητικούς  παράγοντες  ότι με την εισαγωγή της κεφαλαιοποιητικής επικουρικής ασφάλισης, η σημερινή γενιά  των  ασφαλισμένων επιδεικνύει αλληλεγγύη στις επόμενες γενιές, δεδομένου  ότι   θεραπεύει μια εγγενή αδυναμία του υφιστάμενου αναδιανεμητικού συστήματος που σε περιβάλλον δημογραφικής γήρανσης καθίσταται διαγενεακά άδικο σε  βάρος των νέων.

Το επιχείρημα  αυτό, όπως αποδείχθηκε  και  τα  προηγούμενα,  δεν ευσταθεί, δεδομένου  ότι  σε οποιοδήποτε συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό σύστημα ενυπάρχει η  εγγενής  αδυναμία  του φαινομένου της δημογραφικής γήρανσης. Κι’ αυτό  οφείλεται στο γεγονός της έννοιας της συνταξιοδότησης και  στον ετεροχρονισμό της καταβολής των εισφορών (όταν είσαι νέος και εργάζεσαι) και της συνταξιοδότησης (όταν είναι ηλικιωμένος και αδυνατείς να εργαστείς).

Ακριβώς  αυτός ο ετεροχρονισμός είναι μεγάλης διάρκειας  και διαρκεί όσο ο εργασιακός βίος (35-40 χρόνια), κατά  την  περίοδο  του  οποίου  συμβαίνουν σημαντικές πληθυσμιακές μεταβολές. Έτσι, ακόμη και σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα ατομικών λογαριασμών, κάθε νέα γενιά ασφαλισμένων της οποίας το ταμείο έχει υποσχεθεί ότι θα χορηγεί  ένα μέσο επίπεδο επικουρικής  σύνταξης με καθορισμένο το ύψος της εισφοράς (6% επί του μισθού), εξαιτίας  του γεγονότος ότι κάθε νέα γενιά ασφαλισμένων θα ζεί κατά μέσο όρο περισσότερο από  την  προηγούμενη, για να μπορεί να λάβει το ίδιο μέσο επίπεδο επικουρικής  σύνταξης με την προηγούμενη, θα πρέπει να αυξάνεται  συνεχώς το  καταβαλλόμενο  επίπεδο  της  ασφαλιστικής  εισφοράς.

Έτσι όμως, καταστρατηγείται η αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας αφού η κάθε νέα γενιά θα ξέρει πως  εάν εισφέρει 6% στον ατομικό λογαριασμό, τότε θα  λάβει μικρότερη σύνταξη από την γενιά που προηγήθηκε και εισέφερε και αυτή 6% στον ατομικό της λογαριασμό.

Κι΄αυτό  γιατί  η νεότερη γενιά θα έχει μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής. 

Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι οι  επικουρικές συντάξεις των παλαιότερων ασφαλισμένων θα αντιστοιχούν στο ίδιο ακριβώς ποσό που θα ελάμβαναν αυτοί με το υφιστάμενο σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης.

Όμως και το επιχείρημα  αυτό  δεν  είναι  ορθό, δεδομένου ότι  οι νέοι ασφαλισμένοι  θα  ενταχθούν  υποχρεωτικά  στο  νέο  κεφαλαιοποιητικό  σύστημα, στο  οποίο θα καταβάλλουν τις ασφαλιστικές τους  εισφορές. Από  την  άποψη  αυτή  αξίζει  να  σημειωθεί ότι δεν υπάρχει  σχετική βιβλιογραφία  σε  διεθνές  επίπεδο που  να υποστηρίζει αυτό το επιχείρημα.

Αντίθετα, αυτό το  οποίο  έχει γίνει αποδεκτό από την   διεθνή  επιστημονική κοινότητα είναι ότι για να παραμείνει το επίπεδο των  επικουρικών  συντάξεων των συνταξιούχων στο υφιστάμενο επίπεδο, θα πρέπει:

  • είτε οι νέοι ασφαλισμένοι να καταβάλλουν  διπλές εισφορές, μια καταβολή για την δική τους αποταμίευση και μια καταβολή για την χρηματοδότηση  των  επικουρικών  συντάξεων των σημερινών συνταξιούχων, γεγονός  που  επιδεινώνει  σημαντικά το επίπεδο διαβίωσή τους, και 
  • είτε το κράτος θα καλύψει το κενό που σταδιακά θα δημιουργείται στην χρηματοδότηση του υφιστάμενου αναδιανεμητικού  συστήματος, από την ταυτόχρονη σταδιακή μείωση των νέων εργαζομένων που θα ασφαλίζονται στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα και την  σταδιακή  αύξηση των συνταξιούχων από την συνταξιοδότηση της σημερινής γενιάς εργαζομένων.

Αυτό  ακριβώς  είναι που δημιουργεί το κόστος μετάβασης(57 δις  ευρώ) από το αναδιανεμητικό σύστημα στην κεφαλαιοποιητική επικουρική σύνταξη, για το  οποίο  υποστηρίζεται  από  κυβερνητικούς  παράγοντες  ότι  είναι  πλασματικό.

Όμως και ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίζεται από την διεθνή βιβλιογραφία, κι’ αυτό γιατί πράγματι στο υφιστάμενο  αναδιανεμητικό σύστημα   των  νοητών λογαριασμών, σύμφωνα με τα στατιστικά πρότυπα ESA 2010 και τα διεθνή λογιστικά πρότυπα  των δημοσίων φορέων, δεν απαιτείται να καταγράφεται στους κρατικούς λογαριασμούς.

Αντίθετα όμως, από την στιγμή που θα μετατραπεί σε πλήρως κεφαλαιοποιητική (fully funded) η  δημόσια επικουρική ασφάλιση, απαιτείται  το κόστος μετάβασης να καταγραφεί στους εθνικούς λογαριασμούς, προκειμένου οι διεθνείς  οργανισμοί και οι διάφοροι αγοραστές ελληνικών κρατικών ομολόγων να γνωρίζουν ποιες είναι οι μελλοντικές υποχρεώσεις του κράτους.

Πιο  συγκεκριμένα,  το κόστος μετάβασης σε ταμειακή βάση, θα  διαμορφωθεί  κατά τα πρώτα έτη  στο επίπεδο των 200.000 ευρώ και μέχρι το 2030 θα  προσεγγίσει  το 1 δις  ευρώ τον χρόνο και προς το τέλος της περιόδου της μετάβασης θα  διαμορφωθεί  στο  επίπεδο  των  2,5 δις ευρώ ετησίως  και για όσο χρονικό διάστημα θα παραμείνουν συνταξιούχοι οι εργαζόμενοι της σημερινής γενιάς (οι σημερινοί 30 ετών, 40 ετών και 50 ετών).

Τα  ετήσια  αυτά  ταμειακά ελλείμματα αθροιστικά σε σημερινές τιμές εκτιμώνται στο  επίπεδο  των  57 δις ευρώ.

Έτσι, από την στιγμή που θα αποφασιστεί η μετάβαση στην  κεφαλαιοποιητική  επικουρική  ασφάλιση, αυτό το κόστος αυτόματα μετατρέπεται σε χρηματοοικονομική υποχρέωση (financial commitment) προς τους σημερινούς εργαζομένους και συνταξιούχους. 

Κατά  συνέπεια,  από  την  τεχνική αξιολόγηση, μεταξύ  των  άλλων,  των  επιχειρημάτων  των κυβερνητικών  παραγόντων, αναφορικά  με την  ultra-κεφαλαιοποίηση  της  επικουρικής  ασφάλισης  στην  Ελλάδα, προκύπτει  με τον πιο εύληπτο  τρόπο,  ότι τα  προσδοκώμενα  οφέλη  βασίζονται  σε  «θεωρητικές, θεσμικές, κοινωνικο- οικονομικές και  ασφαλιστικές υποθέσεις», η πιθανότητα  των  οποίων να συμβούν είναι άγνωστη ή θα βασιστούν  σε εικασίες, δηλαδή σε «υποκειμενικές προσδοκίες», οι  οποίες  δεν θα  επαληθευτούν από την δυσμενή   πραγματικότητα  των  επερχόμενων  εξελίξεων  και των  συντελούμενων  συνεπειών.

Αυτό  σημαίνει  ότι  η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και  των  συνταξιούχων κατά την περίοδο της μετάβασης είναι αναπόφευκτη, σύμφωνα με την έρευνα  μας  και  την διεθνή βιβλιογραφία, όπως επίσης και το κόστος μετάβασης   (υπολογίζεται  με έγκυρες επιστημονικά μεθόδους με μεγάλη μαθηματική ακρίβεια), το  οποίο αυξάνει  το  δημόσιο  χρέος  και  επιδεινώνει  την δανειοληπτική  ικανότητα της  χώρας,  με  κίνδυνο  να οδηγήσει την  ελληνική οικονομία  και  κοινωνία  στην  επανάληψη  των  συνεπειών  των  Μνημονιακών  πολιτικών.

*Ομ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου,  Υποψ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου         

ΠΗΓΗ: libre.gr