Δύο βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κρίνουν αντισυνταγματικές και ανεφάρμοστες τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα, που έδωσαν τη δυνατότητα ευνοϊκής μεταχείρισης τραπεζικών στελεχών που κατηγορούνται για απιστία. Αντισυνταγματική και η ΠΝΠ του Απριλίου που έδωσε στις διοικήσεις των τραπεζών το πρόσχημα να κλείσουν «παλιούς λογαριασμούς».

Τον δρόμο της ακύρωσης των ρυθμίσεων με τις οποίες η κυβέρνηση επιχείρησε να αμνηστεύσει οριστικά τα τραπεζικά στελέχη εναντίον των οποίων εκκρεμούν κατηγορίες κακουργηματικής απιστίας ανοίγουν δύο πρόσφατα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Και τα δύο βουλεύματα του Συμβουλίου, που έκρινε με διαφορετική σύνθεση δύο διαφορετικές υποθέσεις δίωξης στελεχών πιστωτικού ιδρύματος οι οποίες εκκρεμούσαν από την προηγούμενη δεκαετία, κατέληξαν στο πανομοιότυπο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις είναι αντισυνταγματικές και κατά συνέπεια ανεφάρμοστες.

Αυτή η κρίση αφορά τόσο την εκπρόθεσμη τροπολογία του υπουργού Δικαιοσύνης Γ. Τσιάρα, με την οποία άλλαξε το σχετικό άρθρο του νέου ποινικού κώδικα επιβάλλοντας έγκληση (από τις διοικήσεις των τραπεζών) αντί αυτεπάγγελτης δίωξης των κατηγορούμενων για απιστία στελεχών, όσο και τη διάταξη της ΠΝΠ του περασμένου Απριλίου που εξαίρεσε ειδικά τις εγκλήσεις κατά τραπεζικών στελεχών από το χρονικό περιθώριο που δόθηκε για τις άλλες εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθήνας καλεί τους αρμόδιους εισαγγελείς να εξετάσουν την ουσία των υποθέσεων, δηλαδή να διερευνήσουν και να υποβάλουν προτάσεις για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες των κατηγορούμενων.

Συγκαλυμμένη αμνηστία

Οι διατυπώσεις των βουλευμάτων είναι αποκαλυπτικές και κατηγορηματικές για τις πονηρές προθέσεις του νομοθέτη, δηλαδή την κυβέρνηση της Ν.Δ., που έσπευσε να αλλάξει το περασμένο καλοκαίρι το άρθρο 405 του Ποινικού Κώδικα (με τον Ν. 4637/2019, αρ. 12, παρ. 3) και στη συνέχεια να καταθέσει, στην κορύφωση της πανδημίας και με τη Βουλή κλειστή, το άρθρο 46 της ΠΝΠ της 13.4.2020 (κυρώθηκε με τον Ν. 4690/2020).

«Η διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 β’ ΠΚ τόσο αυτοτελώς κρινόμενη όσο και σε συνδυασμό με το τεσσαρακοστό έκτο άρθρο της ΠΝΠ… είναι αντισυνταγματική (ως παραβιάζουσα τις αρχές της ισότητας, ως περιορίζουσα αδικαιολόγητα το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, αλλά και ως υποκρύπτουσα συγκαλυμμένη αμνηστία) και για τον λόγο αυτό ανεφάρμοστη», με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην εξαλείφει από μόνη της η μη υποβολή έγκλησης ή δήλωσης συνέχισης της διαδικασίας το αξιόποινο έγκλημα της κακουργηματικής απιστίας σε βάρος τραπεζικών ιδρυμάτων, αναφέρει χαρακτηριστικά το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών (2165/2020, που εκδόθηκε στις 17/7).

Ομως και το δεύτερο βούλευμα του Συμβουλίου (2147/2020), με ίδια ημερομηνία έκδοσης και διαφορετική σύνθεση, κατέληξε στο ίδιο κατηγορηματικό συμπέρασμα.

Η υπόθεση εδώ αφορούσε μεν αρχικά κακουργηματική δίωξη για απιστία σε βάρος τραπεζικών στελεχών αλλά στη συνέχεια οι δικαστές διαπίστωσαν και ενδείξεις ποινικών ευθυνών της ανώνυμης εταιρείας που είχε αναλάβει την ειδική εκκαθάριση της τράπεζας μετά τον διαχωρισμό της σε «καλή» και «κακή». Σύμφωνα με το Συμβούλιο η διάταξη περί αναγκαιότητας έγκλησης για την ποινική δίωξη κακουργηματικής απιστίας επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα «καθίσταται ανεφάρμοστη λόγω της αντίθεσής της στο Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», ενώ το επιχείρημα περί «διασφάλισης της απρόσκοπτης, άνευ ποινικών εκκρεμοτήτων οικονομικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα ως ουσιώδους πυλώνα του εθνικού οικονομικού συστήματος» δεν μπορεί να θεωρηθεί «λόγος εγκείμενος στο κοινωνικό ή εθνικό συμφέρον, καθώς σύμφωνα με την κοινή πείρα και λογική οι τράπεζες και οι αυτές εν γένει επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν αποτελούν συνιστώσα της εθνικής οικονομίας πιο σημαντική από τις μεγάλες επιχειρήσεις του λιανεμπορίου, ή από τις ναυτιλιακές, ή τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών με χιλιάδες εργαζόμενους, ή από τις ευμεγέθεις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ)».

Και σε μια ακόμη πιο αιχμηρή διατύπωση οι δικαστές επισημαίνουν ότι με τις επίμαχες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και της ΠΝΠ προωθείται η «απαγορευμένη/συγκαλυμμένη αμνήστευση ποινικών αδικημάτων για μια συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων κατά παράβαση των άρθρων 26 και 47 του Συντάγματος», που προβλέπουν αμνηστία μόνο για πολιτικά εγκλήματα.

Δεδικασμένο

Οι καίριες αποφάσεις του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθήνας ανοίγουν διάπλατα την πόρτα για επανεξέταση πολλών ακόμη εκκρεμών υποθέσεων και αφαιρούν από τις διοικήσεις των τραπεζών που έχουν τέτοιες εκκρεμότητες το πρόσχημα της νομοθεσίας. Για την ιστορία, αναφέρουμε ότι και οι δύο υποθέσεις που έκρινε το δικαστικό συμβούλιο αφορούσαν την Αγροτική Τράπεζα.

Η πρώτη αφορούσε διώξεις εις βάρος όλου του διοικητικού συμβουλίου της το 2006 (18 μέλη του τότε Δ.Σ. κατηγορήθηκαν για απιστία και ακόμη ένα στέλεχος για συνέργεια σε απιστία) για ζημιά πολλών εκατομμυρίων που, κατά το κατηγορητήριο, προκάλεσαν στην τράπεζα δανειοδοτώντας υπό χρεοκοπία αγροτικό συνεταιρισμό.

Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε επίσης στελέχη της τράπεζας αλλά και την «απροθυμία» του ειδικού εκκαθαριστή, δηλαδή την εταιρεία που είχε αναλάβει την εκκαθάριση της Αγροτικής μετά τη διάσπασή της σε «καλή» και «κακή» τράπεζα, να κάνει χρήση των δικαιωμάτων του για έγκληση. Και στις δυο περιπτώσεις το Συμβούλιο καλεί τους εισαγγελείς να προχωρήσουν στην ουσία των υποθέσεων, δηλαδή να υποβάλουν πρόταση για τη δίωξη των κατηγορημένων, αγνοώντας τις αντισυνταγματικές και ανεφάρμοστες διατάξεις.