Η οικονομική κρίση είναι παρούσα και για την εξέλιξή της  προβλέπεται επιδείνωση, με αυτονόητες τις συνέπειες για τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. αδικαιολόγητα και απαράδεκτα καθυστέρησε να πάρει εμπροσθοβαρή  μέτρα. Δεν στήριξε τους εργαζόμενους και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τα μέτρα που έλαβε είναι αποσπασματικά και ανεπαρκή και έχουν έντονο τον χαρακτήρα των νεοφιλελεύθερων επιλογών της.

Οι μικρές και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν μπορούν να ενταχθούν σε υποστηρικτικές ρυθμίσεις, αφού είναι αδύνατο να ανταποκριθούν στους όρους και στις προϋποθέσεις που τίθενται. Οι δε τράπεζες ενισχύουν, κατά κανόνα,  με χρηματοδοτήσεις μόνον τις μεγάλες επιχειρήσεις και όχι τις μικρομεσαίες. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραδίδονται στην καταστροφή. Η προειδοποίηση είναι σαφής και συγκεκριμένη: όσες επιχειρήσεις κλείσουν δεν θα ανοίξουν. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της αντιμετώπισης των εργασιακών σχέσεων και της μικρομεσαίας επιχείρησης. Την κρίση θα την πληρώσουν οι εργαζόμενοι, με την ανεργία να επελαύνει.  Οι εργασιακές σχέσεις διαλύονται.

            Η έγκαιρη προειδοποίηση από την αξιωματική αντιπολίτευση, ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία,  ότι αν δεν υπάρξουν οριζόντια μέτρα, η ύφεση θα είναι μεγάλη. Πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που υπολόγιζε και υπολογίζει η κυβέρνηση, η οποία αλλάζει τους υπολογισμούς της ανα δεκαπενθήμερο. Η ύφεση βέβαια, άρχισε να καταγράφεται ως αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής,  πριν από την πανδημία, η οποία κηρύχθηκε στις 11 Μαρτίου του 2020. Το πρώτο τρίμηνο του 2020 η ύφεση καταγράφηκε σε ποσοστό 1,6% και η πανδημία βέβαια λειτούργησε και λειτουργεί ως επιταχυντής της, με δεδομένη και την άτακτη και -όχι τυχαία- αποσπασματική πολιτική της κυβέρνησης, αγκιστρωμένη στο «βλέποντας και κάνοντας». Η κυβέρνηση «ΣΥΡΙΖΑ –Προοδευτική Συμμαχία» άφησε το «μαξιλάρι ασφάλειας» των 37 δισ. ευρώ για μια «κρίσιμη στιγμή». Η κρισιμότητα των στιγμών ήταν και είναι προφανής, αλλά η κυβέρνηση δεν ήθελε και δεν θέλει να βλέπει την εξέλιξη αυτής της κρίσης και περιφρόνησε την πρόταση και την προτροπή της αξιωματικής αντιπολίτευσης να χρησιμοποιήσει τα χρήματα από τα δημόσια  ταμεία. 

            Η κυβέρνηση οφείλει να αναθεωρήσει ουσιαστικά την πολιτική της και να πάρει άμεσα ουσιαστικά μέτρα για τη στήριξη της πολύ μικρής, της μικρής  και  της μικρομεσαίας επιχείρησης, στηρίζοντας ταυτόχρονα τους εργαζομένους και τους ανέργους, στους οποίους προστίθενται κάθε μέρα και πολλοί άλλοι άνεργοι, σε βαθμό που η ανεργία να υπολογίζεται ότι θα κινηθεί σε επίπεδα της περιόδου της μνημονιακής κρίσης.

            Αλλά και το ασφαλιστικό σύστημα κινδυνεύει. Δέχεται βάρη από απώλειες (υπολογίζονται περίπου 3 δισ.) εξαιτίας της αύξησης της ανεργίας, αλλά και της παρουσίας πλέον στο χώρο της εργασίας νέων ευέλικτων μορφών απασχόλησης και μειωμένων μισθών.

            Η Κυβέρνηση αναμένει την χρηματοδοτική στήριξη από το ευρωπαϊκό ταμείο ανάκαμψης. Υπάρχουν βέβαια τα ερωτήματα και η αναμονή για το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της χρηματοδοτικής στήριξης: ποιο συγκεκριμένα θα είναι το ποσό των επιδοτήσεων και του δανεισμού και με ποιους όρους και πότε χρονικά θα λειτουργήσει; Πόσο η κυβέρνηση πιέζει και διεκδικεί, στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, για την δίκαιη -και ουσιαστικά αλληλέγγυα για τα κράτη- λειτουργία του ταμείου ανάκαμψης.  Δεν πιέζει και δεν διεκδικεί. Πειθήνια συμπεριφέρεται και, από  τη θέση του αναμένοντος, περιμένει τις αποφάσεις των εταίρων.

            Αλλά και όταν θα λειτουργήσει το ευρωπαϊκό ταμείο ανάκαμψης και θα αρχίσει η χρηματοδοτική στήριξη, τίθεται από τώρα το ερώτημα: ποιους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας θα στηρίξει; Με ποια κριτήρια και με ποιες κοινωνικού χαρακτήρα αξιολογήσεις; Πού και πώς θα κατευθυνθεί η χρηματοδότηση και σε ποιους τομείς; Κι΄ αυτό  είναι ζήτημα βαθύτατα πολιτικό.

            Η Κυβέρνηση απαράδεκτα αναζητά και προβάλλει το πρόσχημα της πανδημίας για να δικαιολογήσει τις  πολιτικές της επιλογές, που αδυνατούν να αντιμετωπίσουν και να περιορίσουν τις βαρύτατες συνέπειές της στην οικονομία και στην κοινωνία.

            Η κοινωνία πρέπει να μείνει όρθια. Αλλά για να μείνει όρθια χρειάζεται αλλαγή πολιτικής, στην οποία όμως δεν προσέρχεται η κυβέρνηση, δεσμευμένη από τον νεοφιλελεύθερο συντηρητισμό της.

Κατά τα άλλα, η κυβέρνηση προτάσσει την προβολή και τη συντήρησή της με την επικοινωνιακή «πολιτική» της, πιστεύοντας ότι έτσι μπορεί να κρύψει την ανεπάρκειά της και τις νεοφιλελεύθερες επιλογές της, που ευθέως και σταθερά καθηλώνουν την κοινωνία των πολλών και ενισχύουν τους λίγους και οικονομικά ισχυρούς.

*πρ. Υπουργός, μέλος του Πολιτικού συμβουλίου «ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία»

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα “Kontra News”, 12/7/2020