Πράσινες επενδύσεις για έναν κόσμο πιο δίκαιο και ισορροπημένο – Η χορήγηση δανείων εκ μέρους της Ε.Ε είναι λανθασμένη επιλογή – “Δεν μπορεί να είμαστε αλληλέγγυοι μόνο με τον εαυτό μας ή με όποιον μας αρέσει, οφείλουμε να είμαστε αλληλέγγυοι με όλα τα μέλη της κοινότητας στην οποία ανήκουμε” επισημαίνει ο νομπελίστας οικονομολόγος – Θα ήταν πρόβλημα η επάνοδος στη λιτότητα, τονίζει και υπογραμμίζει: “Χρειάζονται επενδύσεις με προσανατολισμό στη βιώσιμη ανάπτυξη, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην υγιή διάδοση της τεχνολογίας”

Συνέντευξη στον Φραντσέσκο Σεμπρίνι*

Την ανησυχία του για την ύπαρξη δυνάμεων στην Ε.Ε. που εξακολουθούν να επιδιώκουν την επιβολή προϋποθέσεων για την παροχή βοήθειας, χωρών “που προτιμούν τη δανειοδότηση από την εκταμίευση άλλων μορφών βοήθειας, όπως οι μη ανακτήσιμες επιχορηγήσεις”, εκφράζει ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς, μιλώντας στην ιταλική “La Stampa”, στο περιθώριο του συμποσίου “Ο κόσμος και ο πλανήτης: Πώς να οραματιστούμε την ανάπτυξη στη μετά Covid-19 ανθρωπότητα” που διοργανώθηκε από το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την ανάπτυξη (UNDP) και το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον (UNEP). Ο καθηγητής Στίγκλιτς επιμένει στην ανάγκη να προωθηθούν πράσινες επενδύσεις “για να διαμορφώσουμε μια οικονομική και κοινωνική αντίληψη, όχι μόνο περισσότερο πράσινη, αλλά και πιο δίκαιη και ισορροπημένη”.

Κύριε καθηγητά, παρακολουθείτε τα τεκταινόμενα στην Ιταλία, για τα οποία έχετε τοποθετηθεί επιφυλάσσοντας κριτική σε ένα κομμάτι της Ευρώπης. Είναι η περίπτωση να ισχυριστούμε ότι ήρθε η ώρα;

Είναι πολύ ανησυχητικό ότι υπάρχουν, ακόμη, στην Ευρώπη χώρες που θέλουν να επιβάλουν άνισους όρους στην παροχή βοήθειας. Βοήθεια που αφορά την ανασυγκρότηση της οικονομίας των κρατών που έχουν πληγεί βαριά από την επιδημία, με σοβαρές επιπτώσεις σε υγειονομικό αλλά και οικονομικό επίπεδο. Μερικές από τις χώρες αυτές αντιμετώπιζαν ήδη πριν από αυτή τη φοβερή κρίση προβλήματα ανάκαμψης και ανάπτυξης. Αναφέρομαι στην Ιταλία, αλλά και την Ισπανία.

Η κριτική σας ποιους στοχεύει;

Στους γνωστούς ευρωπαϊκούς κύκλους που προτιμούν να χορηγούν δάνεια παρά άλλες μορφές βοήθειας, όπως οι επιδοτήσεις. Κάθε τεχνοκράτης που διαθέτει κοινό νου θα έλεγε ότι τα χρήματα στην Ιταλία θα πρέπει να χορηγηθούν με τη μορφή επιδότησης. Αντιθέτως, αυτές οι χώρες ισχυρίζονται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρέπει να επιδίδεται σε ενέργειες τέτοιου είδους. Με αυτό τον τρόπο δεν πάμε μπροστά.

Καίτοι διεγράφετο μια αλλαγή πλεύσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση…

Αυτό που συνέβη στην Ευρώπη συνιστά καθοριστική στροφή. Στο παρελθόν, ο καθείς αντιμετώπιζε κατ’ ιδίαν τα προβλήματά του. Τώρα, για πρώτη φορά, εμφανίστηκαν συσπειρωμένοι προκειμένου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια αλλαγή στην πορεία της Ευρώπης, στον τρόπο λειτουργίας της.

Στη συνέχεια όμως…

Είμαι πεπεισμένος ότι όταν κάποιος επικαλείται την αρχή της αλληλεγγύης σε θεσμικό επίπεδο, πρέπει να το αποδείξει με έργα. Δεν μπορεί να είμαστε αλληλέγγυοι μόνο με τον εαυτό μας ή με όποιον μας αρέσει. Οφείλουμε να είμαστε αλληλέγγυοι με όλα τα μέλη της κοινότητας στην οποία ανήκουμε. Διαφορετικά συνιστά αποκήρυξη του περιεχομένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκδήλωση συμπτωμάτων μυωπίας.

Όπως;

Εάν χώρες όπως η Ιταλία κατορθώσουν να επιτύχουν δυναμική επανεκκίνηση και συνεπώς να γίνουν πιο ισχυρές και πιο δίκαιες, τα θετικά αποτελέσματα θα επηρεάσουν όλη την Ευρώπη, δεν θα περιοριστούν στη μεμονωμένη χώρα. Είναι σημαντικό η βοήθεια που θα αποφασιστεί στις Βρυξέλλες να είναι πραγματικά βοήθεια και όχι δανεισμός, που θα επιδεινώσει την κατάσταση μιας χώρας η οποία πρέπει να διαχειριστεί και ένα σημαντικό έλλειμμα. Μια τέτοια κίνηση δεν θα ήταν ενέργεια στήριξης, θα ήταν μια κίνηση καταδικαστική. Συζητιούνται τα προαπαιτούμενα για την εκταμίευση των χρημάτων, δηλαδή εξετάζεται το εύρος των περιορισμών στην ανεξαρτησία της Ιταλίας. Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση η οποία απαιτεί τη διαθεσιμότητα πολλών χρημάτων, τα κράτη, οι κυβερνήσεις πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους εξαιρετική ρευστότητα προκειμένου να επενδύσουν για να ανακάμψει η οικονομία. Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Και στη σύνοδο G20 ειπώθηκε ότι είναι επιβεβλημένη η διαθεσιμότητα οποιουδήποτε μέσου προκειμένου να διασφαλισθούν οι αναγκαίοι πόροι.

“Πράσινοι κανόνες”

Πώς συμπεριφέρεται η ιταλική κυβέρνηση;

Ήδη πριν από την υγειονομική κρίση η Ιταλία έδινε μια μάχη προκειμένου να αλλάξουν μερικοί άδικοι κανόνες που χαρακτηρίζουν την Ε.Ε. Αναφέρομαι στις παραμέτρους του ισολογισμού. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να αντικατασταθούν με αυτό το οποίο ορίζω ως “green rules”, «πράσινοι κανόνες», δηλαδή εκείνους τους μηχανισμούς που εξασφαλίζουν περισσότερη ενίσχυση όταν επενδύουμε στο μέλλον. Και όταν αναφέρομαι στο μέλλον εννοώ επενδύσεις με προσανατολισμό στη βιώσιμη ανάπτυξη, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην υγιή διάδοση της τεχνολογίας. Τώρα θα πρέπει να διευκρινιστεί εάν θα επανέλθουμε στους πρότερους κανόνες, στη διάσημη λιτότητα. Θα ήταν πρόβλημα.

Εννοείτε ότι δεν πρέπει να υπάρχουν προϋποθέσεις;

Όχι, δεν εννοώ αυτό. Προφανώς πρέπει να τίθενται κάποιες προϋποθέσεις προκειμένου να δοθούν αυτές οι βοήθειες, προϋποθέσεις που θα εστιάζουν αποκλειστικά στη διαμόρφωση ενός πλαισίου διασφάλισης εντός του οποίου θα πρέπει να κινηθούν οι επεμβάσεις των κυβερνήσεων. Δηλαδή είναι αναπόφευκτο οι ενέργειες των επιμέρους κρατών-μελών να συγκλίνουν στη δημιουργία μιας πιο δίκαιης και αλληλέγγυας οικονομικά Ευρώπης, με ενεργό ευαισθητοποίηση στην προστασία του περιβάλλοντος.

Ποια πρέπει να είναι δηλαδή η προτεραιότητα αυτή την ιστορική στιγμή;

Το ερώτημα είναι πώς θα πρέπει να δαπανηθούν αυτά τα χρήματα.

Με ποιον ακριβώς τρόπο;

Εξαρτάται από πού θέλουμε να ξεκινήσουμε. Κατά την άποψη μου, δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι πρέπει να επιστρέψουμε εκεί που ήμασταν πριν από την πανδημία. Πρέπει να πάμε πέρα από αυτό, να ανεβάσουμε τον πήχη, μέσα από την αντίληψη του “green spending” («πράσινες επενδύσεις»), για να διαμορφώσουμε μια οικονομική και κοινωνική αντίληψη, όχι μόνο περισσότερο πράσινη αλλά και πιο δίκαιη και ισορροπημένη.

Μετάφραση από τα ιταλικά: Μαρία Γαβαλά

* Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «La Stampa» στις 20 Ιουνίου