Μια αληθινή επαγγελματίας δημοσιογράφος ακούραστη και συνεπής στις αρχές της με ότι έχει απομείνει πλέον σαν περιεχόμενο αυτής της λέξης. Αυτή ήταν η ξεχωριστή συνάδελφος και συνεταιρίστρια Χαρά Τζαναβάρα. Πώς να μιλήσεις και πώς να γράψεις για τον άνθρωπο που είχες, που είχαμε απέναντι μας όλες τις ώρες, όλες τις μέρες από εκείνη την πρώτη ημέρα που ξεκίνησε η «Εφ.Συν».

Μαζί μας στην Ελευθεροτυπία μαζί μας και τώρα. Ήταν από τους πρώτους εμψυχωτές, από τα πρώτα στελέχη της «Εφημερίδας των Συντακτών» και ήταν εκείνη που κατάφερε να μετατρέψει και με την ιδιότητα της, ως απόφοιτος του ΕΜΠ, ένα μικρό σχετικά χώρο σε μια λειτουργική εφημερίδα των 140 ανθρώπων. Μελέτησε, σχεδίασε και συμμετείχε η ίδια ακόμα και στις επισκευές, στη διαρρύθμιση, στην οικονομική επίπλωση, σε όλα. Με απίστευτο ζήλο και με τη βοήθεια των αγαπημένων της ανιψιών που φοιτούσαν τότε στο ΕΜΠ κυριολεκτικά τα έδωσε όλα.

Η Χαρά Τζαναβάρα με τα ρεπορτάζ της στα υπουργεία ενέργειας, χωροταξίας, περιβάλλοντος, συγκοινωνιών και όπως κατά καιρούς ονομάστηκαν όλα αυτά τα υπουργεία δεν άφηνε τίποτα να πέσει χάμω. Με ένα γραπτό -κατά κανόνα- ήπιο αναδείκνυε τα δύσκολα θέματα τις υπερβάσεις τις παρανομίες τα σκάνδαλα αλλά και τα καλά, τα θετικά, τα ουσιώδη.

Η Χαρά ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος όμως όπως όλοι μας είχε κι εκείνη τα «κουμπιά» της. Ήταν όμως παράλληλα και ένας σταθερός άνθρωπος που από τα νεανικά της φοιτητικά χρόνια στη χούντα και στη μεταπολίτευση επέλεξε την αριστερά παραμένοντας εκεί σταθερά και αταλάντευτα μέχρι σήμερα που δεν είναι πια μαζί μας.

Σε ένα τόσο βαρύ αποχαιρετισμό είναι δύσκολο να περιλάβει κανείς τις λεπτομέρειες μιας ολόκληρης ζωής ενός ανθρώπου που χάθηκε τόσο ξαφνικά και τόσο πρόωρα. Ακόμα δεν ξέρουμε, ακόμα είναι στα αυτιά μας τα τελευταία τηλεφωνήματα μαζί της από την ημέρα που αρρώστησε. Ακόμα δεν ξέρουμε ποιο πρόβλημα υγείας ήταν εκείνο που καθόρισε το τέλος. Ακόμα δεν μπορουμε να πιστέψουμε ότι αποκλεισμένοι όλοι στα σπίτια μας πρέπει να κλάψουμε μόνος του ο καθένας μία συνάδελφο τόσο πολύτιμη και τόσο σύμφυτη με την «Εφ. Συν.». Απόδειξη τα χιλιάδες φύλλα που πάντα και κάθε ημέρα είχαν μέσα το δικό της, τα δικά της κείμενα και ρεπορτάζ. Πολλές φορές δύο και τρία μαζεμένα και πολλές φορές κύρια θέματα και πρωτοσέλιδα.

Ήταν χαρούμενη λίγο πριν αρρωστήσει γυρίζοντας από ένα ταξίδι στις Βρυξέλλες. Είχε πάει εκεί σαν εκπρόσωπος της εφημερίδας σε μια εκδήλωση των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ σχετική με τις παρεμβάσεις τις κυβέρνησης στην ανεξαρτησία της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Πριν φύγει έλεγε πόσο πολύ έχει κουραστεί από όλα όσα συμβαίνουν και πόσο χρειαζόταν λιγάκι να ξεφύγει.

Λίγο πριν αρρωστήσει έγραφε για το Ελληνικό και τις δήθεν μπουλντόζες, για τα δεκαόροφα που χτίζονται γύρω από την Ακρόπολη, για τη σκανδαλώδη νέα ρύθμιση στα αυθαίρετα που παραβιάζει το άρθρο 24 του Συντάγματος, για τις συγκοινωνίες και την τραγική κατάσταση των εργαζόμενων, για τα σκόπιμα ψέμματα γύρω από τη ΔΕΗ και την ΕΥΔΑΠ, για τα υπέροχα παλιά κτίρια της Αθήνας, για όλα εκείνα τα πολλά που είχε πάρει στους ώμους της βγάζοντας πάντα την εφημερίδα ασπροπρόσωπη στη σωστή και στην έγκυρη ενημέρωση.

Η Χαρά αγαπούσε το διάλογο, της άρεσε να την ρωτούν για εκείνα που ήξερε καλά, της άρεσε να μιλάει για τα θέματά της που τα αντιμετώπιζε σαν κομμάτι του εαυτού της. Ερχόταν νωρίς στην εφημερίδα όταν δεν είχε κάποια συνέντευξη τύπου ή ενημέρωση. Της άρεσε που το μεσημέρι είχε ησυχία και μπορούσε να δουλεύει απερίσπαστη. Θύμωνε όπως όλοι μας, είχε παράπονα, είχε συχνά αντιρρήσεις αλλά όλα αυτά έμπαιναν πάντα στην άκρη όταν ξεκινούσε να γράφει και να παραδίδει νωρίτερα από όλους τα ρεπορτάζ της. Την ΕφΣυν την υπερασπιζόταν, την εμπλούτιζε, την φρόντιζε, την αγαπούσε.

Κι είναι από σήμερα άδεια η θέση της η γεμάτη χαρτιά μέχρι πάνω μια και προτιμούσε πάντα το χαρτί και το διάβασμα μέσα από αυτό. Κι είμαστε από σήμερα άδειοι κι εμείς σαν άδεια τσουβάλια κλαίγοντας για έναν ακόμα συνάδελφο που δεν προλάβαμε να αποχαιρετήσουμε που ίσως δεν προλάβαμε να του δείξουμε με κάθε τρόπο πόσο πολύτιμος ήταν.