Εχουμε μιλήσει επανειλημμένα για το πώς η Ε.Ε. μεταθέτει τη δυνητική συνεισφορά ή τις ευθύνες της σε σχέση με σύνθετα παγκόσμια ζητήματα. Εδώ, ιδιωτικοποιεί την κρίση στη Μέση Ανατολή και τη Συρία, πολιτικοποιώντας τη με άλλο τ

Ως προς το τελευταίο, λ.χ., η Γερμανία δεν έχει κανέναν λόγο να πειράξει ούτε μια τρίχα της κεφαλής του Ερντογάν που κινείται και αυτός με τον δικό του τρόπο. Ενώ de facto έχει καταρρεύσει η συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας του 2015 για το προσφυγικό, η Ε.Ε. και η καγκελάριος εμμένουν στην εφαρμογή της.

Η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, για μία ακόμα φορά, έδειξε συμπάθεια και βαθιά κατανόηση στην Ελλάδα και μια μπροστάντζα με 300 εκατομμύρια (από τα 700) συν κλινοσκεπάσματα. Εγείρονται αμφιβολίες ως προς το αν «οι ελληνικές ανησυχίες είναι και ανησυχίες της Ευρώπης».

Οι Ευρωπαίοι ανησυχούν περισσότερο για το αφήγημα ασφάλειας στις χώρες τους. Ως προς το προσφυγικό/μεταναστευτικό ή ως προς την αναλογική κατανομή των εχόντων άσυλο μεταξύ των χωρών-μελών, όλοι στην ουσία συντάσσονται με τη γραμμή Βίζεγκραντ (Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία) και με τους Ορμπαν, Καζίνσκι κ.ά.: «Ούτε μουσουλμανική μύγα στη χριστιανική Ευρώπη».

Ταυτόχρονα, η Ε.Ε. διά της πρόεδρου εκφράζει «συμπόνια για τους μετανάστες οι οποίοι έπεσαν στην παγίδα των ψεύτικων υποσχέσεων και βρέθηκαν σ’ αυτή την κατάσταση». Αίφνης οι πρόσφυγες έγιναν άφαντοι. Εδώ, η υποκρισία φοράει μάσκα φιλευσπλαχνίας. Είναι δε τόσο αποτελεσματική όσο και οι εκκλήσεις του ΟΗΕ για κατάπαυση του πυρός και τερματισμό της βίας στις εμπόλεμες ζώνες.

Ουδέποτε υπήρξε κάποια διεθνής δέσμευση για τη ζωή μετά τον πόλεμο, παρά μόνο για τον ρόλο και την τύχη των δυτικών εταιρειών. Καμιά μέριμνα δεν υπάρχει για τη Συρία, όπως δεν υπήρξε για το μεταπολεμικό Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τη μετακανταφική Λιβύη κ.ά. Ομως, οι συρράξεις στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Λιβύη ή οι εμφύλιοι στην Αφρική και αλλού άφησαν κληρονομιά τα εδραιωμένα παραστρατιωτικά δίκτυα, την εγκληματικότητα και τις φατρίες των πολεμοκάπηλων που έχουν κάθε λόγο να συνεχίζουν.

Ο Χέρφριντ Μίνκλερ, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Xούμπολτ του Bερολίνου, υποστηρίζει ότι, ειδικά σε αυτά τα τοπία, κάνουν παιχνίδι οπλαρχηγοί, μισθοφόροι και τρομοκράτες. Η βία κατευθύνεται κυρίως εναντίον του άμαχου πληθυσμού (βλ. «Οι νέοι πόλεμοι», εκδ. Καστανιώτη).

Ομοίως, η καθηγήτρια του LSE Μάρι Κάλντορ στο βιβλίο της «New and Old Wars» (Νέοι και παλαιοί πόλεμοι) μιλάει για νέους τύπους οργανωμένης βίας ως μείγμα πολέμου, οργανωμένου εγκλήματος και μαζικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των αμάχων.

Οι νέοι πόλεμοι διεξάγονται με συνδυασμένα κρατικά και μη κρατικά δίκτυα βίας που επιχειρούν πολιτικό έλεγχο του πληθυσμού μέσω του φόβου∙ διατηρούνται με μαύρες χρηματοδοτήσεις και ιδιωτικοποιούνται περνώντας από τους ενόπλους στον λαό που πολιτικοποιεί τη βία διαιωνίζοντάς την. Ο Ερντογάν μετέχει σε αυτό το παιχνίδι και το εξάγει.

Στη δική μας περίπτωση, εισάγεται ήδη πολιτικοποιημένη η απελπισία όλων όσοι έχουν δραπετεύσει από τα δίκτυα βίας, αποκλεισμού και φτώχειας. Αλλά πώς;

Η κυβέρνηση με αυτοματισμούς βεστφαλικής κυριαρχίας εσωτερικεύει την πολιτικοποιημένη απελπισία και την κάνει λιβάνι στο δικό της απελπισμένο ακροατήριο. Ενώ θα έπρεπε να ζητάει και να αξιώνει άλλες δεσμεύσεις από τους διεθνείς συνομιλητές της, απαντά με ιδιωτικοποίηση μιας «εθνικής γραμμής» που περιλαμβάνει τους πάντες: αυτόκλητους πολιτοφύλακες, συλλόγους, μητροπολίτες, προέδρους ποδοσφαιρικών ομάδων, celebrities, εκσυγχρονιστές χριστιανούς και εξωραϊστές της Ανω και Κάτω Πετινίτσας κ.λπ.

Προφανώς, δεν μιλάμε μόνο για συντεταγμένο κράτος (στρατό, σώματα ασφαλείας, Fronetx) που κάνει επαγγελματικά τη δουλειά στα σύνορα της χώρας και της Ε.E., αλλά για κακοπαιγμένη παράσταση πολέμου. Το «πάμε για την Πόλη» δικαιώνει την ακροδεξιά, ρατσιστική, μισαλλόδοξη και εθνικιστική νεο-συγκρουσιακή κατάσταση, δικαιολογώντας την απανθρωπιά και την ακραία βία ως απάντηση στη βία.

Η πολιτικοποίηση της απελπισίας, των προσφύγων/μεταναστών, ο στερεοτυπικός Αλλος ως επίβουλος τζιχαντιστής, σίγουρα, δίνει πρόσκαιρα οφέλη. Ομως, αφήνει κοινωνικό κόστος και, παντού, τραύματα. Επιπλέον, αυτή η πολιτικοποίηση δεν λύνει το πρόβλημα∙ το ξορκίζει.

Και αδιαφορώντας για τις πραγματικές του διαστάσεις, το οξύνει. Το κάνει ρεπορτάζ συνόρων, το μεταφέρει από κανάλι σε κανάλι και από φυλλάδα σε φυλλάδα, σπορά φόβου, φθόνου, μίσους και παραπληροφόρησης. Οπως η Ε.Ε. και οι διεθνείς οργανισμοί, έτσι και η κυβέρνηση αρνείται να δει μήτρες και διαδικασίες που ωθούν τον Αλλο να αφήσει πατρίδες, περιουσίες, αγαπημένους για ν’ αναζητήσει –κατ’ αρχήν– το δικαίωμα στη ζωή. Το «για να ζήσω εγώ, ψόφα εσύ», ή το αντίστροφο, έχει κάποια βάση. Αλλά το «πώς θα ζήσουμε και οι δυο», μολονότι δύσκολο, έχει μια καλύτερη.

Πηγή : “Εφημερίδα των Συντακτών”