Το τελευταίο διάστημα τα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων έχουν αναγορευτεί σε κεντρικό θέμα στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Για την εξέλιξη αυτή πολλοί θεωρούν ως βασική αιτία την προκλητική στάση της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας και ιδιαίτερα του προέδρου της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν. Επιβάλλεται να εξετάσουμε εάν πράγματι «έτσι έχουν τα πράγματα» ή μήπως ενδεχομένως συμβαίνει κάτι διαφορετικό.

Διευκρινίζω εξ αρχής ότι στις θεωρητικο-πολιτικές ερμηνείες που κάνω δεν ακολουθώ τον μεθοδολογικό κανόνα της αιτιοκρατίας. Δηλαδή για κάθε συμβάν δεν είναι πολιτικά αποδοτική και αποτελεσματική η αναζήτηση αιτιών. Εκείνο που προέχει είναι η έρευνα σ’ ένα καθολικότερο κριτικο-ερμηνευτικό πλαίσιο. Μετά απ’ αυτές τις μεθοδολογικές επισημάνσεις, μελετώντας το ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων διαπιστώνουμε πράγματι μια υπέρμετρη και προκλητική στάση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα. Αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο μελετούν οι ειδικοί επιστήμονες και η πολιτική ηγεσία της χώρας ως αρμόδια αρχή αντιμετωπίζει.

Το δικό μου θεωρητικο-πολιτικό ενδιαφέρον αναφέρεται σε τρία κεφάλαια (ή επίπεδα) της συγκρότησης της κοινωνίας μας ως πολιτικής οντότητας. Είναι σαφές ότι ζήτημα όπως των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται ως ζητήματα πολεμικών συγκρούσεων ανάμεσα σε δύο εθνικά κράτη στη σύγχρονη εποχή του «μεταεθνικού αστερισμού» και της παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι το κριτήριο της επικοινωνιακής και συνεννοητικής διευθέτησης των ελληνοτουρκικών διαφορών είναι τελικά και κριτήριο της πολιτικής ορθολογικότητας της ελληνικής κοινωνίας.

Επειδή όμως διατύπωσα με απόλυτο κατηγορηματικό τρόπο τη θεωρητικο-πολιτική άποψή μου κρίνω σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να γίνω πιο αναλυτικός και να αποφύγω τις παγίδες του πολιτικού δογματισμού. Το τελευταίο λοιπόν διάστημα στην κοινωνία μας, στη χώρα μας, στο πλαίσιο της όξυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων (πρόσφατο παράδειγμα είναι η «περίπτωση του ORUÇ REIS) παρατηρούνται τρία φαινόμενα, τα οποία περιγράφουν την παθολογική και ανορθολογική πολιτική κατάσταση στην οποία ζούμε.

Και πράγματι ζούμε σε καθεστώς πολιτικού φονταμενταλισμού, το οποίο υποθηκεύει τις όποιες πολιτικές και ορθολογικές κατακτήσεις μας. Το πρώτο φαινόμενο έχει να κάνει με την υπερτροφική ειδησεογραφία για το σχετικό ζήτημα όχι στο σύνολό των μέσων ενημέρωσης, αλλά στα τηλεοπτικά δίκτυα.

Αυτού του τύπου η ειδησεογραφική υπερτροφία στα κανάλια οδηγεί την ίδια την πολιτική κοινωνία μας να «κατασκευάσει» έναν διχασμό ανάμεσα στις απόψεις του τηλεοπτικού συστήματος και τις ιδέες του πολιτικού συστήματος. Στην περίπτωση του ORUÇ REIS ο διχασμός αυτός έφτασε στο σημείο να αυτονομηθεί πλήρως το ειδησεογραφικό τηλεοπτικό σύστημα, όχι μόνο από το σύμπαν των ιδεών που επεξεργάζεται και η κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και από τις πολιτικο-κοινωνικές διαδικασίες επικοινωνιακού αυτοστοχασμού.

Η αυτονομία του τηλεοπτικού συστήματος έναντι της πολιτικής εξουσίας, ως καθαρό σύμπτωμα του φονταμενταλισμού, υπονομεύει τη δημοκρατία μας. Η άμεση συνέπεια της τηλεοπτικής διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι η «κατασκευή» σε συλλογικό επίπεδο της «αυταρχικής προσωπικότητας». Τι θα πει αυτό; Το δεύτερο φαινόμενο λοιπόν το οποίο έρχεται στην επιφάνεια του πολιτικού ορίζοντά μας είναι η συστημική κατασκευή του πειθαρχημένου και πειθήνιου δέκτη όλων των πολιτικών διαταγών του ηγεμόνα.

Οι φιλόσοφοι της Σχολής της Φρανκφούρτης, Μαξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο, όταν μιλάνε για την «αυταρχική προσωπικότητα» δεν αναφέρονται μόνο σ’ έναν ηγέτη που ασκεί τα πολιτικά καθήκοντά του με αυταρχικό και ηγεμονικό τρόπο, αλλά και σε όλους εκείνους που σε μια νεωτερική και σύγχρονη κοινωνία «βάζουν τους εαυτούς» τους στη θέση του υπηκόου αντί του πολίτη. Ας προσέξουμε λοιπόν το κρίσιμο αυτό σημείο στην ανάλυσή μας. Η «αυταρχική προσωπικότητα», η οποία στο φασιστικό καθεστώς κατέστη η «πρώτη αρχή» συγκρότησης της πολιτικής κοινωνίας εκείνης της εποχής, καραδοκεί και όπως φαίνεται θα παίξει πρωτεύοντα ρόλο στις ελληνοτουρκικές εξελίξεις. Για αυτές δεν αποφασίζουν οι πολίτες, αλλά οι υπήκοοι της τηλεοπτικής μηχανής.

Οσο συνωστίζονται στα τηλεοπτικά δίκτυα ειδικοί επιστήμονες οι οποίοι είναι φονταμενταλιστές στις ιδέες τους και όσο αποκλείονται απ’ αυτά οι διαφωτιστές, τότε έχουμε να διανύσουμε μεγάλο πνευματικό και πολιτικό δρόμο.

Το τρίτο φαινόμενο δεν είναι ένα δεδομένο, αλλά μια ιστορική προοπτική για την Ελλάδα στις σχέσεις της με την Τουρκία. Ενώ όλοι περιμένουμε κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα να επικρατήσουν επιτέλους στην κοινωνία μας λογικές πολιτικές ιδέες, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Τη μετατροπή των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε πεδίο πολεμικών συγκρούσεων δεν την αποφασίζει το τηλεοπτικό σύστημα ειδησεογραφίας και σχολιασμού. Επαναλαμβάνω με έμφαση ότι το ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι αντικείμενο και έργο του πολιτικού συστήματος. Δεν αντιμετωπίζεται στους τηλεοπτικούς διαλόγους, στους οποίους συμμετέχουν και «ρακένδυτοι» (επιστημολογικά) ειδικοί επιστήμονες!