Ο Κερκ Ντάγκλας, ηθοποιός, παραγωγός και σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου, εμβληματική μορφή μιας χρυσής εποχής για το Χόλιγουντ, πολλές ερμηνείες του οποίου θεωρούνται κλασικές, όπως αυτή στην ταινία Σπάρτακος (1960, σε σκηνοθεσία Στάνλεϊ Κιούμπρικ), πέθανε χθες Τετάρτη σε ηλικία 103 ετών, ανακοίνωσε ο γιος του, ο Μάικλ Ντάγκλας, επίσης διάσημος ηθοποιός.

«Με τεράστια θλίψη τα αδέλφια μου και εγώ ανακοινώνουμε ότι ο Κερκ Ντάγκλας μας άφησε (…) σε ηλικία 103 ετών. Για τον κόσμο, ήταν ένας θρύλος, ένας ηθοποιός της χρυσής εποχής των κινηματογραφικών ταινιών (…), ένας ανθρωπιστής η δέσμευση του οποίου στη δικαιοσύνη και στις υποθέσεις στις οποίες πίστευε τον μετέτρεψαν σε πρότυπο και πηγή έμπνευσης για όλους μας», πάντως «για εμένα και τ’ αδέρφια μου, τον Τζόελ και τον Πίτερ, ήταν απλά ο μπαμπάς», ανέφερε ο Μάικλ Ντάγκλας σε ανακοίνωση που δημοσιοποίησε.

Πέρασε περισσότερες από επτά δεκαετίας στο σανίδι και τη μεγάλη οθόνη, πρωταγωνίστησε σε περίπου 100 ταινίες από γουέστερν έως δράματα και από αστυνομικά έως πολεμικά. Πολύ συχνά έπαιζε τον ρόλο του σκληρού.

Ο θρύλος της έβδομης τέχνης είχε αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα υγείας από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Υπέστη εγκεφαλικό το 1996 και καρδιακή προσβολή το 2001. Μεγάλος γυναικάς, ο Ντάγκλας είχε διάφορες κατακτήσεις αλλά ζούσε από το 1994 με την ίδια γυναίκα, την Αν Μπάιντενς, που συνάντησε το 1954 στη Γαλλία κι έγινε η δεύτερη σύζυγός του.

Γιος Εβραίων μεταναστών από τη Λευκορωσία, ο Κερκ Ντάγκλας, είχε γίνει γνωστός για το εκρηκτικό στιλ πολλών ερμηνειών του, διότι αποτύπωνε στη μεγάλη οθόνη ιδίως το αίσθημα της οργής και της εξέγερσης εναντίον «της αδικίας», όπως έλεγε ο ίδιος. Μετατράπηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια της κινηματογραφικής βιομηχανίας τις δεκαετίες του 1950 και του 1960.

Πρωταγωνίστησε επίσης στην προσπάθεια να σπάσει η λεγόμενη «μαύρη λίστα» στο Χόλιγουντ, ο αποκλεισμός ηθοποιών, σκηνοθετών και σεναριογράφων διότι συνδέονταν με το κομμουνιστικό κίνημα ή θεωρούνταν συμπαθούντες και συνοδοιπόροι τη δεκαετία του 1950. Ο ίδιος είχε εξομολογηθεί πως αισθανόταν μεγαλύτερη υπερηφάνεια για αυτό, παρά για οποιονδήποτε ρόλο του.