To παγκόσμιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς και ώς το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2020 θα έχει φτάσει τα 257 τρισεκατομμύρια δολάρια, εκτιμά το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο (IIF) προειδοποιώντας πως δεν υπάρχει καμία ένδειξη αναστροφής αυτής της τάσης.

Στο επίπεδο αυτό, το παγκόσμιο χρέος είναι περίπου 10 τρισ. δολάρια υψηλότερο σε σχέση με 12 μήνες πριν και συνολικά πάνω από 3,2 φορές μεγαλύτερο του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Ισοδυναμεί -μεταφορικά- με χρέος 32.500 δολαρίων για κάθε έναν από τα 7,7 δισεκατομμύρια κατοίκους του πλανήτη και σε αυτό περιλαμβάνονται όλα όσα οφείλουν τα νοικοκυριά, οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις της υφηλίου.

Το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο τονίζει ακόμη ότι στις ώριμες αγορές του αναπτυγμένου κόσμου το συνολικό χρέος ξεπερνά σήμερα τα 180 τρισ. δολάρια αντιστοιχώντας στο 383% του συνολικού ΑΕΠ αυτών των χωρών.

Στις αναδυόμενες είναι διπλάσιο έναντι του 2010 αγγίζοντας τα 2 τρισ. δολάρια. Κινητήριος δύναμη της ανόδου είναι η εκτόξευση του επιχειρηματικού χρέους κατά 20 τρισ. δολάρια.

Το IIF -που αποτελεί τη μοναδική παγκόσμια ένωση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και μεταξύ των μελών του περιλαμβάνονται οι περισσότερες από τις μεγαλύτερες εμπορικές και επενδυτικές τράπεζες του κόσμου, ασφαλιστικοί κολοσσοί και εταιρείες διαχείρισης επενδύσεων- εκτιμά συγκεκριμένα ότι το χρέος των επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα πλησιάζει πλέον τα 200 τρισ. δολάρια.

Αποτελεί μακράν το μεγαλύτερο τμήμα του παγκόσμιου χρέους και οι βασικές αιτίες της εκτόξευσής του είναι τα χαμηλά επιτόκια και οι χαλαροί όροι δανειοδότησης των τελευταίων ετών.

Μεταξύ των χωρών, αξιοσημείωτο είναι το χρέος της Κίνας που σήμερα πλησιάζει το 310% του ΑΕΠ της και είναι ένα από τα υψηλότερα στις αναδυόμενες αγορές.

Η αύξηση του κινεζικού χρέους έρχεται μετά τη σημαντική επιβράδυνση της περιόδου 2017/18 και την προσπάθεια απομόχλευσης που κατέβαλε το Πεκίνο. Οφείλεται κυρίως στην αύξηση του εταιρικού δανεισμού.

Ωστόσο λόγων των αναγκών οικονομικής τόνωσης που προκάλεσε ο εμπορικός πόλεμος, το δημόσιο χρέος της Κίνας αυξήθηκε σημαντικά πέρυσι καταγράφοντας τον ταχύτερο ρυθμό ανόδου από το 2009, ενώ τόσο το χρέος των νοικοκυριών όσο και το χρέος της γενικής κυβέρνησης βρίσκονται σήμερα σε ιστορικά επίπεδα-ρεκόρ, περίπου στο 55% του ΑΕΠ έκαστο.

Η Κίνα όμως δεν αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα. Η υπερχρέωση συμβαίνει αυτή τη στιγμή σε όλα τα μέρη του κόσμου. Το χρέος των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ χτυπά συγκεκριμένα σήμερα ιστορικό ρεκόρ στο Βέλγιο, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, τον Λίβανο, τη Νέα Ζηλανδία, τη Νιγηρία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία και την Ελβετία.

Ομοίως το χρέος των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ καταγράφει ιστορικό υψηλό στον Καναδά, τη Γαλλία, τη Σιγκαπούρη, τη Σουηδία, την Ελβετία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά και το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ σημειώνει επίσης ρεκόρ σε Αυστραλία και Ηνωμένες Πολιτείες.

Μία ακόμη επικίνδυνη τάση είναι και η αυξανόμενη ποσότητα χρέους αναδυόμενων αγορών σε σκληρό νόμισμα. Το χρέος αυτό οφείλεται σε ισχυρό νόμισμα όπως το δολάριο και ενδεχομένως θα είναι δύσκολο να αποπληρωθεί αν μια κρίση οδηγήσει σε υποτίμηση των εθνικών νομισμάτων.

Το χρέος αυτό προσέγγιζε στα τέλη του τρίτου τριμήνου του 2019 τα 8,3 τρισ. δολάρια και ήταν 4 τρισ. δολάρια υψηλότερο σε σχέση με μία δεκαετία νωρίτερα.