Οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν περίμενα μέσα σε 130 ημέρες μετά την εκλογική νίκη της Δεξιάς (7 Ιουλίου 2019) πως τα κοινωνικο-πολιτικά πράγματα στον τόπο μας θα αποκτούσαν τα χαρακτηριστικά των κοινωνιών της Ανατολικής Ευρώπης. Τι εννοώ μ’ αυτήν τη διαπίστωση; Δεν θα αναφέρω πληθώρα εμπειρικών γεγονότων για να τεκμηριώσω την πολιτική θέση μου, σύμφωνα με την οποία η ελληνική κοινωνία έχει εισέλθει σ’ ένα νέο πολιτικό καθεστώς, του οποίου θεμελιώδες συγκροτησιακό στοιχείο είναι η «επιτήρηση». Περιορίζομαι σε δύο δεδομένα. Και αυτά είναι η θεσμοθέτηση του λεγόμενου «επιτελικού κράτους» και η «πολιτική θέσμιση» της αστυνομίας.

Ας πούμε, αρχικώς, δυο λόγια γι’ αυτά τα πολιτικά δεδομένα. Το παλαιό κράτος της Δεξιάς στις μέρες μας εμφανίζεται ως «επιτελική οργανωτική αρχή» της δημόσιας πολιτικής. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο λαός, ως δημοκρατική οντότητα, τίθεται στο περιθώριο και οι αντιπρόσωποί του (βουλευτές) αποφασίζουν και πράττουν κάτω από το «άγρυπνο μάτι» των επιτελικών στελεχών. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες τίθεται το ερώτημα: Πού βρίσκεται η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και πού τοποθετούνται όλοι όσοι συμμετέχουν στην αντιπροσωπευτική διαδικασία;

Αυτά όσον αφορά το «επιτελικό κράτος», το οποίο «κατασκευάστηκε» ως μηχανισμός ελέγχου και επιτήρησης της ελληνικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Ας σημειωθεί ότι το «επιτελικό κράτος» ως κυβερνητικός θεσμός δεν επινοήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία μετά τις πρόσφατες εκλογές. Σχεδιάστηκε στο πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού και εφαρμόζεται στις χώρες της Βαλτικής και τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης. Η «πολιτική μετάφρασή» του στα ελληνικά πράγματα υπαγορεύτηκε για δύο λόγους: ο πρώτος έχει να κάνει με τη δημοκρατική ταυτότητα της ελληνικής Δεξιάς εδώ και δεκαετίες και ο άλλος συνδέεται με την καχεκτική πολιτική και δημοκρατική παράδοση του τόπου μας.

Το δεύτερο πολιτικό δεδομένο στις συνθήκες της δεξιάς διακυβέρνησης αναφέρεται σ’ αυτό που ονομάζω «πολιτική θέσμιση της αστυνομίας». Η αστυνομία «βγήκε στους δρόμους» όχι για να προστατέψει τον πολίτη, αλλά για να καταστείλει κάθε ελεύθερη φωνή. Η εισβολή των αστυνομικών δυνάμεων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών έγινε ημέρα Κυριακή κατά τον τρόπο των Ρωμαίων λεγεωνάριων!

Στόχος της δεξιάς πολιτικής ως αστυνομίας δεν είναι η περιφρούρηση του Πανεπιστημίου, αλλά η μετατροπή της δημόσιας πολιτικής σε κρατική βία. Αναφέρω και ένα άλλο περιστατικό κρατικής βίας και αυτό είναι το «πολιτικό συμβάν» στο Γκάζι, όταν 300 Ελληνες πολίτες, ενώ διασκέδαζαν (έφηβοι κατά πλειονότητα), βρέθηκαν να γονατίζουν μπροστά στην πολιτική εξουσία, η οποία ασκείται στη σύγχρονη ελληνική πολιτική κοινωνία ως αστυνομική βία.

Μετά απ’ αυτές τις αναφορές μου σ’ αυτά τα δύο πολιτικά δεδομένα της κοινωνίας μας (δηλαδή στο «επιτελικό κράτος» και την «πολιτική ως αστυνομία») ήρθε η στιγμή να αναρωτηθούμε όλοι μας: Πού βρισκόμαστε ως σύγχρονη πολιτική κοινωνία; Εάν οι αναγνώστες ερωτούν εμένα, απαντώ χωρίς δισταγμό ως πολιτικός φιλόσοφος ότι μέσα σε ένα πεντάμηνο (Ιούλιος 2019-Νοέμβριος 2019) «κατασκευάσαμε» μία πολιτική κοινωνία, η οποία, όπως τόνισα, απέκτησε τα δομικά χαρακτηριστικά των κοινωνιών της Ανατολικής Ευρώπης. Η ελληνική πολιτική κοινωνία της Δεξιάς σχεδιάζεται με τα προτάγματα του νεοφιλελευθερισμού. Ας προσέξουμε σ’ αυτό το σημείο όλοι μας, δηλαδή οι Ελληνες πολίτες, το εξής: Η Δεξιά, στις μέρες μας, ως Νέα Δημοκρατία δεν εντάσσεται στο παλαιότερο «πολιτικό παράδειγμα», αλλά ως πολιτικός μηχανισμός έχει αποκτήσει νέα ταυτότητα.

Επαναλαμβάνω ότι η Νέα Δημοκρατία ως κομματική οντότητα του συντηρητισμού και η Δεξιά ως σύγχρονη, εννοείται, πολιτική δύναμη, ενώ θα μπορούσαν να επεξεργαστούν μετά την εκλογική νίκη τους (τον Ιούλιο του 2019) νέες ορθολογικές και διαφωτιστικές πολιτικές ιδέες, εγκλωβίστηκαν σ’ ένα μοντέλο δημόσιας πολιτικής, το οποίο ονομάζεται μοντέλο της «επιτήρησης».

Δηλαδή στο μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό, λοιπόν, το μοντέλο δημόσιας πολιτικής αρθρώνεται στα εξής δύο θεμελιώδη στοιχεία του: πρώτον, η πολιτική ταυτίζεται με την αστυνομία (ενώ στο νεωτερικό πολιτικό παράδειγμα αυτά τα δύο πράγματα διαχωρίζονται) και, δεύτερον, ο μηχανισμός του ελέγχου και της επιτήρησης τοποθετείται υπεράνω όλων των δημοκρατικών θεσμών και των αντιπροσωπευτικών διαδικασιών.

Κλείνοντας τη σύντομη αυτή παρέμβασή μου, σημειώνω πως δεν περίμενα ποτέ ότι οι θεωρητικές αναλύσεις του Γάλλου συναδέλφου μου Ζακ Ρανσιέρ (Jacques Rancière) για τη διάκριση (τελικά την ταύτιση) ανάμεσα στην πολιτική (la politique) και την αστυνομία (la police) θα έβρισκαν πρακτική εφαρμογή στη δική μας κοινωνία. Ολοι, λοιπόν, οι Ελληνες πολίτες φωνάζουμε το σύνθημα: «Δεν θέλουμε να ασκεί η αστυνομία (η επιτήρηση) την πολιτική, η ίδια μάς ανήκει».