Πάνω απο 37.000 καταναλωτές αποχώρησαν από τη ΔΕΗ και υπέγραψαν συμβόλαια παροχής ενέργειας με ιδιώτες παρόχους τον Σεπτέμβριο, πρώτο μήνα εφαρμογής των αυξήσεων στα τιμολόγια που ανακοίνωσε ο Κωστής Χατζηδάκης.

Στο διάστημα αυτό η δημόσια επιχείρηση μείωσε το μερίδιό της στην αγορά στο 71,77%, έναντι 74,18% που είχε τον Αύγουστο, με βάση τα τελευταία στοιχεία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας.

Οι αποχωρήσεις φαίνεται ότι πολλαπλασιάστηκαν τον Οκτώβριο και αφορούν κυρίως καταναλωτές μέσης τάσης (ξενοδοχεία, μικρές βιομηχανίες κ.λπ.), όπου τα τιμολόγια ανέβηκαν κατά 20%.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι οι αποχωρήσεις αφορούν περίπου 37.000 καταναλωτές, στην πλειονότητά τους καλοπληρωτές που έκαναν χρήση του πριμ συνέπειας, το οποίο θεσπίστηκε το 2017, και θεωρούνται τα «ασημικά» του πελατολογίου της. Το πριμ είχε οριστεί στο 15% και το προτιμούσε περίπου το 65% των οικιακών καταναλωτών, αλλά μειώθηκε στο 10% από την 1η Απριλίου και περιορίστηκε στο 5% από την 1η Σεπτεμβρίου.

Με ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, διευκρινίζεται ότι οι δηλώσεις του Κωστή Χατζηδάκη στην τηλεόραση του «Σκάι» για μείωση των τιμολογίων της ΔΕΗ αφορούν μόνον όσους χρησιμοποιούν το νυχτερινό τιμολόγιο και έχουν τετραμηνιαία κατανάλωση πάνω από 1.600 KWh, όπως άλλωστε είναι γνωστό με πρόσφατη ανακοίνωση της ΔΕΗ.

Σε αυτή την κατηγορία υπολογίζεται ότι εντάσσονται περίπου 30 χιλιάδες καταναλωτές, οι οποίοι διαθέτουν συσσωρευτές και αποθηκεύουν ενέργεια το βράδυ για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε 24ωρη βάση, με νυχτερινή χρέωση που είναι χαμηλότερη.

Ως το 2018, το νυχτερινό τιμολόγιο δεν επιβαρυνόταν με Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), όπως ισχύει για την ημερήσια χρέωση. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, παραμένει ως έχει το νυχτερινό τιμολόγιο για τις χαμηλές καταναλώσεις, αλλά μειώνεται έως 65% για τετραμηνιαίες καταναλώσεις 1.600-2.000 KWh το τετράμηνο.

Σε εισπρακτικές οι οφειλές στη ΔΕΗ

Η επέκταση των εισπρακτικών μεθόδων, που ήδη ισχύουν για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τις τράπεζες, στους ανεξόφλητους λογαριασμούς της ΔΕΗ, οι οποίοι ανέρχονται σε 2,7 δισ. ευρώ, θεσπίζεται με το άρθρο 12 του νομοσχεδίου για την ενέργεια, που κατατέθηκε στη Βουλή λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της Παρασκευής. Εχει ενδιαφέρον ότι η πρώτη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής ορίστηκε για σήμερα το μεσημέρι, σε μια εβδομάδα που η Ολομέλεια θα ασχολείται σε καθημερινή βάση με την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Με την επίμαχη διάταξη ενισχύεται το μέτρο της τιτλοποίησης των χρεών, που θα ανατεθούν σε εισπρακτικές εταιρείες, αφού η διακοπή ηλεκτροδότησης δεν είναι κοινωνικά αποδεκτή, αλλά ούτε και αποτελεσματική λύση για τους στρατηγικούς κακοπληρωτές της ΔΕΗ.

Με βάση τα επίσημα στοιχεία, σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται 582.000 καταναλωτές που καθυστερούν πάνω από έξι μήνες να πληρώσουν τις οφειλές τους και έχουν συνολικά χρέη ύψους 545 εκατ. ευρώ. Με το επόμενο άρθρο μπαίνουν στο στόχαστρο και οι δήμοι, που θα είναι υπόχρεοι για καθυστερούμενους λογαριασμούς δημοτικών επιχειρήσεων, που φτάνουν τα 130 εκατ. ευρώ.

Τα εργασιακά

Βασική στόχευση του νομοσχεδίου είναι η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων στη ΔΕΗ. Παρά την κατηγορηματική αντίθεση των εργαζομένων, αλλά και των κομμάτων της αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝ.ΑΛΛ., ΚΚΕ), η κυβέρνηση επιμένει στη θεσμοθέτηση των ατομικών συμβάσεων στις νέες προσλήψεις στην επιχείρηση που θα δημιουργήσουν εργαζομένους δύο ταχυτήτων. Με το ίδιο νομοθέτημα προβλέπει την παροχή μπόνους για τα διευθυντικά στελέχη, στο όνομα της προσέλκυσης golden boys από την αγορά.

Ανάλογη επιλογή είχε γίνει το 1993 από την τότε κυβέρνηση της Ν.Δ., που οδήγησε σε αθρόες προσλήψεις «γαλάζιων» ψηφοφόρων, με υψηλούς μισθούς και σε ειδικότητες που δεν ήταν χρήσιμες για τη ΔΕΗ.

Οι αλλαγές στα εργασιακά της ΔΕΗ, που αναμένεται να επεκταθούν σε όλες τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ακυρώνουν τις συλλογικές συμβάσεις, αλλά και τις επιχειρησιακές διαπραγματεύσεις που έχει ανακοινώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή, κατά την παρουσίαση των προγραμματικών δεσμεύσεων της κυβέρνησης της Ν.Δ. Αποτελούν οπισθοδρόμηση σε σχέση με την απόφαση της προηγούμενης διοίκησης της ΔΕΗ για πλήρη ασφαλιστική κάλυψη των εργολαβικών εργαζομένων σε περίπτωση ατυχήματος.

Ο Κωστής Χατζηδάκης, που είναι ο εμπνευστής του νομοσχεδίου, αναγκάστηκε πάντως να «ξεχάσει» δύο βασικά «επιχειρήματα», στα οποία πόνταρε για να βγάλει στη σέντρα τους εργαζομένους στη ΔΕΗ και να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά της κοινωνίας.

Αποδείχτηκε ότι δεν είχε βάση η δήθεν κατάργηση της μονιμότητας, που ισχύει από το 2012! Με τον νόμο 4046 έχουν απελευθερωθεί οι απολύσεις στον δημόσιο τομέα για όλους τους εργαζομένους με συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Δεν τον βόλεψε ούτε η μείωση της έκπτωσης από το 75% στο 30% στους λογαριασμούς ρεύματος που ισχύει για εργαζομένους και συνταξιούχους της ΔΕΗ. Το μέτρο είχε κυρωθεί με πράξη του υπουργικού συμβουλίου του 1990, της τότε κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, και έχει ενσωματωθεί στις μετέπειτα συλλογικές συμβάσεις. Η ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ απέφυγε την παγίδα και δεν το έκανε «σημαία», αλλά επιφυλάσσεται να το διεκδικήσει μέσω των δικαστηρίων, εφόσον το μέτρο καταργηθεί από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη.

Εθελουσία-μετατάξεις

Το νομοσχέδιο διατηρεί τις ρυθμίσεις για εθελουσία έξοδο των εργαζομένων στη ΔΕΗ και μετατάξεις στο Δημόσιο για νέους που δουλεύουν σε λιγνιτικές μονάδες που θα κλείσουν. Το πρώτο σκέλος αποτελεί αρμοδιότητα της ΔΕΗ, αλλά το υπουργείο επέλεξε να παρέμβει, απ’ ό,τι φαίνεται χωρίς πρόγραμμα και αποτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων, που απουσιάζει από την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου.

Η ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ, που έχει εκφραστεί αρνητικά για το μέτρο, υπολογίζει ότι, με βάση την ανακοίνωση του Κωστή Χατζηδάκη, η ΔΕΗ θα χρειαστεί να καταβάλει περίπου 250.000 ευρώ ανά αποχωρούντα εργαζόμενο, για να καλύψει όλες τις ασφαλιστικές εισφορές, τους μισθούς μιας πενταετίας και την προβλεπόμενη αποζημίωση.

Το υπουργείο έκανε δεκτές τις αντιρρήσεις για την καθολική υπηρεσία, στην οποία θα ενταχθούν και ιδιώτες πάροχοι. Σήμερα μόνον η ΔΕΗ είναι υποχρεωμένη να ηλεκτροδοτεί νοικοκυριά που μένουν χωρίς ρεύμα λόγω οφειλών προς τους ιδιώτες παρόχους, αλλά επεκτείνεται στις πέντε μεγαλύτερες ιδιωτικές εταιρείες, από τρεις της αρχικής πρόβλεψης, χωρίς να αποκλείονται και νέες αλλαγές.