Ένας πρωτοπόρος ζωγράφος σε παγκόσμιο επίπεδο της βυζαντινής τέχνης, που έκανε συνολική τομή με το έργο του, ο Μιχάλης Βασιλάκης, πέθανε σε ηλικία 71 ετών, το Σάββατο το βράδυ από αναπνευστικό πρόβλημα στο νοσοκομείο «Σωτηρία» των Αθηνών, όπου νοσηλευόταν το τελευταίο χρονικό διάστημα. 

Αυτοδίδακτος, με υψηλό όραμα και διαρκή αγωνία για την ανανέωση της αγιογραφίας με ριζοσπαστική σκέψη ανοιχτών οριζόντων, κράτησε τους κανόνες της βυζαντινής παράδοσης και δημιούργησε ένα πρωτότυπο ζωγραφικό έργο διεθνούς εμβέλειας. 

Απέδειξε στην πράξη πως η βυζαντινή τέχνη μπορεί να ανανεωθεί, απορρίπτοντας τις απομιμήσεις, αρκεί να υπάρχει υψηλή έμπνευση, αναζήτηση πρωτότυπων «δρόμων» και πάθος για δημιουργία. 

Ο Μιχάλης Βασιλάκης έχει δημιουργήσει ένα εκπληκτικό καινούργιο έργο που δίνει νέα ώθηση στη βυζαντινή τέχνη, παγκόσμιας βαρύτητας, αλλά δεν πρόλαβε να το δει να εκτίθεται, παραμένει στο εργαστήριό του, βαριά κληρονομιά για τον ελληνικό πολιτισμό, όπως και όλη η δουλειά του. 

Αν και είχε τη δυνατότητα να ασχοληθεί με την κοσμική ζωγραφική, με την παρότρυνση γνωστών ζωγράφων δεν το έπραξε ποτέ με επιλογή. Ο Βασιλάκης άρχισε να παρουσιάζει πρωτότυπη δημιουργία μετά την ηλικία των 45 χρόνων, ζωγραφίζοντας για την εκκλησία του χωριού Τύλισσος στο Ηράκλειο. 

Έκτοτε, εμπνευσμένος κυρίως από τον Θεοφάνη τον Έλληνα, τον δάσκαλο του Ρουμπλιόφ, με στοιχεία της Κρητικής Σχολής και του Θεοτοκόπουλου, αφομοιωμένα πλήρως στο δικό του έργο, με την ένταση και το πάθος της ελληνιστικής τέχνης πέρασε σε μια δωρική λιτότητα στην έκφραση και σε έναν αφαιρετισμό, αποτυπώνοντας το βαθύτερο νόημα των σύγχρονων πολύπλοκων προβλημάτων στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης. 

Από αυτή την άποψη δημιούργησε ένα μεταβυζαντινό μοντέρνο δικής του εκδοχής. Ο τονισμός της αυτονομίας των μορφών και της ποικιλόμορφης κίνησής τους «σπάει» τα καθιερωμένα μοτίβα της αγιογραφίας και δημιουργεί νέα εικαστική σύνθεση της αυτονομίας του ανθρωπίνου προσώπου, σε μια περίοδο που το ανθρώπινο πρόσωπο οδηγείται σε αποσύνθεση από μεταμοντέρνα ρεύματα σκέψης, εικαστικής έκφρασης, τεχνολογικού ολοκληρωτισμού και δυνάμεων της αγοράς. 

Παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο υπόδειγμα ανοιχτών οριζόντων και προβληματισμών του καιρού μας της βυζαντινής τέχνης.

Το πρωτοπόρο έργο του είχε αρχίσει να αναγνωρίζεται τόσο πανελληνίως με την εισαγωγή στα σχολικά βιβλία των εικόνων του και την ενασχόληση με το έργο του ιστορικών τέχνης και ζωγράφων, όσο και διεθνώς. Ήδη Ισπανόφωνος θεολόγος χιλιανής καταγωγής πραγματοποίησε διδακτορική διατριβή στο έργο του ενώ ο μακαριστός μητροπολίτης Δαρδανελλίων στις ΗΠΑ, Αντώνιος Γεργιανάκης, άνθρωπος ευρείας παιδείας τον είχε καλέσει να αγιογραφεί μόνιμα τις εκκλησίες και τα εκκλησιαστικά ιδρύματα της περιοχής του. Ζωγράφισε τη γυναικεία Ιερά Μονή του Σαν Φρανσίσκο. Ο αείμνηστος μητροπολίτης σε ένα από τα ταξίδια του στο Ηράκλειο είχε καλέσει τους ιερείς της περιοχής και τους είχε δηλώσει να προσέχουν τον Μιχάλη Βασιλάκη γιατί είναι ο Γκρέκο της Ορθοδοξίας! 

Ο ομότιμος καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νίκος Χατζηνικολάου, είχε στείλει φοιτητές του να μελετήσουν το έργο του Βασιλάκη. Ο βυζαντινολόγος και Ακαδημαικός, Μανόλης Χατζηδάκης, βλέποντας έργα του το 1997 από φωτογραφίες, έγραψε: «Ο σύγχρονος αγιογράφος προβληματίζεται, καθώς ο Φώτης Κόντογλου δημιούργησε μια παράδοση που επαναλαμβάνεται συνεχώς από τους επιγόνους. Ανανεώνεται μόνο από νεότερα δημοσιεύματα μεταβυζαντινών εικόνων και τοιχογραφιών. Αυτό το πεδίο δεν επιτρέπει πολλές πρωτοτυπίες καλλιτεχνικού χαρακτήρα, όσο και αν οι νεότεροι έχουν αποκολληθεί από τον αντικλασικό-αντικρητικό χαρακτήρα της ιδιομορφίας του Κόντογλου. Στη νόμιμη αυτή αναζήτηση κάποιας απεξάρτησης από την παράδοση αυτή, αλλά μέσα στα όρια της ορθόδοξης εικονογραφίας, ο αγιογράφος Μιχάλης Βασιλάκης προβαίνει σε μιαν αφαίρεση στη σύνθεση και απομονώνει την κάθε μορφή, προσδίδοντάς της μια χάρη-ευγένεια παλαιολόγειας αν όχι κρητικής του 15ου αιώνα μανιέρας. Λυπούμαι γιατί με την ανεπάρκεια της έγχρωμης φωτογραφίας προφανώς δεν αποδίδονται σωστά οι χρωματικές αναζητήσεις του ζωγράφου. Οπωσδήποτε το έργο αυτό αποτελεί μια θετική συμβολή στην αυχμηρή σύγχρονη αγιογραφική τέχνη». 

Ο Χατζηδάκης αποτύπωσε τις απόψεις του, όταν ο Βασιλάκης βρισκόταν σε μία μεταβατική φάση μεγάλων πειραματισμών και δεν είχε αποκρυσταλλώσει ολοκληρωμένα την αισθητική και τη μορφολογία του έργου του. Ο ακαδημαϊκός Χρύσανθος Χρήστου, για το έργο του εκλιπόντος το οποίο εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ, αποφάνθηκε το 2002 μεταξύ των άλλων: 

«Η αγιογραφία, καλύτερα η θρησκευτική ζωγραφική του Μιχαήλ Βασιλάκη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι διακρίνεται για τις καθαρά προσωπικές του αναζητήσεις και διατυπώσεις. Ο Προικισμένος και γνήσιος αυτός δημιουργός εμφανίζεται με τα έργα του από τη μια πλευρά κάτοχος των κατακτήσεων της χριστιανικής ζωγραφικής, όχι μόνο βυζαντινής αλλά και δυτικής, και από την άλλη ικανός στην ανανέωση γνωστών στοιχείων της και στην επιβολή νέων καθαρά προσωπικών επινοήσεων. Με τολμηρές επεμβάσεις στους θεματογραφικούς τύπους της βυζαντινής εικονογραφικής παράδοσης και τη χρησιμοποίηση ενός μορφοπλαστικού λεξιλογίου, που αξιοποιεί κατακτήσεις όλης της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, κατορθώνει να δώσει και νέες εκφραστικές δυνατότητες στη θρησκευτική ζωγραφική. Στην απόδοση του χώρου, απομακρύνεται από τα περισσότερα ανθρώπινα μέτρα της κεντρικής προοπτικής που έχει επιβληθεί στην αναγέννηση. Έτσι οι μορφές του κινούνται σε ένα περισσότερο απροοπτικό χώρο, που είναι αυτός της αιωνιότητος και του Θείου. Στο μορφοπλαστικό του λεξιλόγιο απομακρύνεται από τη γνωστή απόδοση της βυζαντινής ζωγραφικής, εισάγει μια περισσότερο τονισμένη σχηματοποίηση και χρησιμοποιεί γεωμετρικά θέματα και αφηρημένα χαρακτηριστικά με καθολικό περιεχόμενο και διαχρονικό χαρακτήρα… 

»Με τις εικόνες του ο Βασιλάκης δεν κατορθώνει μόνο να ανανεώσει τη βυζαντινή ζωγραφική, αλλά και να δώσει το περιεχόμενό της στον κόσμο μας, στο σύγχρονο και ταραγμένο κόσμο μας. Πρόκειται αναμφίβολα για μια ζωγραφική που διακρίνεται για την ειλικρίνεια της γλώσσας της και την εκφραστική δύναμη των διατυπώσεών της, την ποιότητα και εσωτερικότητα της φωνής της. Με όλα τα στοιχεία της, χώρο, απόδοση των μορφών, σύνθεση, συνδυασμό των χρωμάτων με το σχέδιο κατορθώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να εξαϋλώσει και να αποπνευματώσει τη ζωγραφική επιφάνεια. Σε μερικές περιπτώσεις οι εικόνες του δίνουν πρόσωπα με υπερβατικές διαχρονικές αξίες. Τέλος, πρόκειται ακόμη για μια ζωγραφική που κυριολεκτικά ανοίγει και νέους δρόμους για την έκφραση του υπερβατικού και των συναντήσεων του ανθρώπου με το Θεό».

Ο αείμνηστος Στυλιανός Αλεξίου, βαθύς γνώστης της βυζαντινής και της μοντέρνας ευρωπαϊκής ζωγραφικής είχε εξαρχής εκτιμήσει το έργο του Βασιλάκη, σημειώνοντας: «Θαυμάζω τη ζωγραφική του Μιχάλη Βασιλάκη και εκτιμώ τη νέα εικονογράφηση που ετοίμασε για τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής στον Άγιο Φραγκίσκο της Καλιφόρνιας (ΗΠΑ). Η τέχνη του Βασιλάκη συνδυάζει πνευματικότητα και τόλμη ανανεωτική της βυζαντινής παράδοσης. Αποδείχθηκε ότι μια Χριστιανική τέχνη μπορεί να υπάρχει και σήμερα. Δεν ισχύουν γενικές κρίσεις που αποκλείουν τη δυνατότητα αυτή. Συγχαίρω τον Μιχάλη Βασιλάκη και τη λαμπρή βοηθό του Εύα Πυργιαννάκη».

Ο ιστορικός τέχνης, επιμελητής της Εθνικής Πινακοθήκης, Μάνος Στεφανίδης, είχε γράψει σχετικά: «Ο Θεός του Μιχάλη Βασιλάκη είναι υπέρκομψα ραδινός, ασκητικά λιτός, μεγαλόπρεπα απλός. Υπάρχει στην τέλεια γεωμετρία του χώρου που ο ίδιος δημιούργησε. Φως εκ φωτός αντανακλά αποκλειστικά τη σύνθεση όλων των χρωμάτων γι’ αυτό είναι λευκός εκ λευκών… Ο Βασιλάκης μαθήτευσε στον Ρούμπλιεφ, στον Μάλεβιτς, αλλά και στη φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση της εκκλησίας της Κρήτης στον Γκρέκο και τον Κλόντζα… Γι’ αυτό και οι ζωγραφιές του δε μετριούνται με το τρέχον ζύγι της αγοράς των θρησκόληπτων και των πονηρών.

Ιδού οι κανόνες του Βασιλάκη:

α) Το δέος προκύπτει από την αφαίρεση και το μαγικό λανθάνει εκεί που τα μάτια αδυνατούν (παρατήρησε σχετικά την εκπληκτική Σταύρωση με τον Νεκρό Χριστό να κρέμεται κάθετος σε σχέση χρυσής τομής με τον πλαστικό χώρο).

β) Η παράδοση δεν είναι Τύπος, αλλά ουσία και εκπορεύεται τόσο από το παρελθόν όσο και απ΄το μέλλον. Αρκεί να μην τη φοβόμαστε.

γ) Ο Θεός, τέλος, είναι ένας (όπως ένας, εξάλλου είναι και ο άνθρωπος). Όλα τ’ άλλα είναι ψευδομαθηματικά.

ε) Ουαί υμίν γραμματείς αγράμματοι που τετηρήκατε τας γραφάς σαν τάφους γέμοντας ακαθαρσιών. Γι’ αυτό ο Βασιλάκης στην καλύτερη, κατά τη γνώμη μου την «Εις Άδου Κάθοδον» οργανώνει έναν ορθογώνιο, κενό τάφο και στήνει επάνω του έναν έκπαγλο Χριστό με τον Αδάμ και την Εύα να σπαρταρούν σαν ψάρια στα χέρια του. Κάτω αριστερά το κλειδί (πραγματικό) για τις Πύλες του Άδη. Ποιος δηλώνει τόσο αφελής ώστε να μην καταλαβαίνει;».

Για το έργο του έγραψαν ο ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, Wim Bakker, και η καθηγήτρια Ντία Φιλιππίδου στο Boston College των ΗΠΑ. 

Ο Μιχάλης Δουλγερίδης, διευθυντής Συντήρησης των Έργων Τέχνης της Εθνικής Πινακοθήκης, σημείωσε μεταξύ των άλλων: 

«Το ανανεωτικό πνεύμα των ενορατικών του συλλήψεων εκδηλώνεται από τον τρόπο που μετουσιώνει τα γήινα και φθαρτά υλικά σε διαχρονικές άυλες υποστάσεις…. Η θεολογία των εικόνων της Ορθοδοξίας στην αρχή του εικοστού πρώτου αιώνα βρήκε τη δική της φωνή, μια ειλικρινή και γεμάτη εσωτερικότητα και ποιότητα γλώσσα, που βγαίνει καθάρια μέσα από την υπερβατική τέχνη του Μιχαήλ Βασιλάκη». 

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Θεοχάρης Δετοράκης, ο αείμνηστος Δημήτριος Κωνστάντιος τέως διευθυντής του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών και η Επίτιμος Διευθύντρια του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, Μυρτάλη Αχειμάστου -Ποταμιάνου, είχαν γράψει εγκωμιαστικά για το έργο του.

Ο Κώστας Τσόκλης τον παρότρυνε να μετοικήσει στην κοσμική ζωγραφική έγραψε μεταξύ των άλλων: 

«Είσαι ικανός και εμπνευσμένος τεχνίτης. Γι’ αυτό σε βλέπω σαν έναν υπέροχο, ξενιτεμένο αδελφό και σαν τέτοιον σε αγαπώ, σε θαυμάζω και σε σέβομαι.
Συγχώρεσέ με,
Κώστας Τσόκλης».

Ο Βασιλάκης γεννήθηκε το 1948 στο χωριό Ανώπολη Ηρακλείου, κει εκεί θα γίνει η κηδεία του την Τρίτη στις 3 το μεσημέρι.