Θέμα ημερών, ίσως και ωρών, φαίνεται να είναι η τρίτη εισβολή του τουρκικού στρατού στη βόρεια Συρία, μετά και το πράσινο φως που έδωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες ύστερα από το τηλεφώνημα του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ταγίπ Ερντογάν.

Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ούτε θα υποστηρίξουν, ούτε θα συμμετέχουν στην «επιχείρηση» στην οποία «θα προχωρήσει σύντομα» ανατολικά του Ευφράτη και την οποία εξήγγειλε προχθές ο Τούρκος πρόεδρος, ενώ κατά τη διάρκειά της δεν θα βρίσκονται στη συγκεκριμένη περιοχή.

Μάλιστα, η αμερικανική προεδρία σημειώνει πως η Ουάσινγκτον είχε πιέσει ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όπως της Γαλλίας και της Γερμανίας, να αναλάβουν την ευθύνη για όσους μαχητές του Ισλαμικού κράτους είχαν προέλθει από τις χώρες τους ώστε να τους πάρουν πίσω, αλλά εκείνες αρνήθηκαν την πρόταση της.

Επομένως, αναφέρει η ανακοίνωση, οι ΗΠΑ δεν σκοπεύουν να αναλάβουν τη διαχείριση της κράτησης των εν λόγω μαχητών, καθώς κάτι τέτοιο «θα μπορούσε να διαρκέσει πολλά χρόνια και να έχει μεγάλο κόστος για τους φορολογούμενους» της χώρας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Λευκός Οίκος καθιστά την Τουρκία υπεύθυνη για να διαχειριστεί το πρόβλημα με «όλους τους μαχητές του ISIS που συνελήφθησαν στην περιοχή τα τελευταία δύο χρόνια μετά την ήττα του εδαφικού χαλιφάτου από τις ΗΠΑ».

Επίκειται συνάντηση Τραμπ-Ερντογάν

Προηγήθηκε η συνομιλία των δύο προέδρων για τη σχεδιαζόμενη «ζώνης ασφαλείας», για την οποία ο Ερντογάν, σύμφωνα με το πρακτορείο Anadolu, σημείωσε ότι είναι αναγκαία προκειμένου να εξαλειφθεί η απειλή από την τρομοκρατική για τον ίδιο οργάνωση PKK-YPG, την κουρδική πολιτοφυλακή στη Συρία την οποία η Άγκυρα θεωρεί παρακλάδι του PKK, και για την ασφαλή επιστροφή των Σύρων προσφύγων στη χώρα τους.

Σύμφωνα με την τουρκική προεδρία, Τραμπ και ο Ερντογάν συμφώνησαν να συναντηθούν τον επόμενο μήνα στην Ουάσινγκτον, έπειτα από πρόσκληση του πρώτου.

Τέλος, ο πρόεδρος της Τουρκίας φέρεται να εξέφρασε στον ομόλογό του τη δυσαρέσκειά του για τη στρατιωτική γραφειοκρατία των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι οι Αμερικανοί δεν κάνουν όσα απαιτούνται με βάση τη συμφωνία των δύο χωρών.