Απόρροια της κλιματικής αλλαγής και οι αυξανόμενες εισβολές ξενικών ειδών στις ελληνικές θάλασσες

Μια σοβαρή απειλή για τη βιοποικιλότητα αλλά και για την οικονομική και κοινωνική ζωή, σε ευρύτερο και τοπικό επίπεδο, που συνδέεται άμεσα με την κλιματική αλλαγή και ειδικότερα με την άνοδο της θερμοκρασίας των υδάτων, αποτελεί η συνεχής αύξηση της εξάπλωσης ξενικών, κυρίως τροπικών, ειδών που μεταναστεύουν και τελικά με την αναπαραγωγή τους εγκαθίστανται στις ελληνικές θάλασσες.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο και πλέον οι αναφορές και οι εικόνες από τα περίφημα δηλητηριώδη λεοντόψαρα ή τα τοξικά λαγόψαρα στις θάλασσες ελληνικών νησιών, που εμφανίζονται ακόμα και στις ακτές ή καταστρέφουν την αλιευτική δραστηριότητα, είναι συχνές.

Τα τελευταία χρόνια εντείνεται η εισαγωγή και εγκατάσταση χωροκατακτητικών ξενικών ειδών που καταγράφεται στη Μεσόγειο και συνακόλουθα στις ελληνικές θάλασσες. Μάλιστα υπολογίζεται ότι από τα 17.000 είδη που είναι γνωστά στη Μεσόγειο, περισσότερα από 1.000 είναι πλέον “μετανάστες”, εκ των οποίων τουλάχιστον 240 υπάρχουν στα ελληνικά νερά. Δεν πρόκειται μόνο για ψάρια αλλά και για φύκια, μαλάκια, εχινόδερμα και καρκινοειδή, τροπικά ή υποτροπικά είδη.

Λεσσεψιανή μετανάστευση

Τα περισσότερα εξ αυτών των ειδών που μετανάστευσαν στη Μεσόγειο προέρχονται από την Ερυθρά Θάλασσα, διαμέσου της διώρυγας του Σουέζ, και γι’ αυτό το φαινόμενο αποκαλείται και “Λεσσεψιανή μετανάστευση” από το όνομα του Γάλλου μηχανικού F. Lesseps, που πρωτοστάτησε στο εγχείρημα της διάνοιξης της Διώρυγας, η οποία ολοκληρώθηκε το 1869.

Σύμφωνα με παγκόσμια δεδομένα, η θάλασσα της Μεσογείου εμφανίζει τον μεγαλύτερο αριθμό βιολογικών εισβολών σε διεθνές επίπεδο. Επιστήμονες αναφέρουν ότι οι “λεσσεψιανοί μετανάστες” εντοπίζονται σε πρώτη φάση στα νερά του Ισραήλ και εν συνεχεία μετακινούνται στην Ανατολική Μεσόγειο (Κύπρος, Ελλάδα), όπου πλέον είναι και πιο “φιλικές” οι συνθήκες, καθώς βρίσκουν θερμότερα νερά.

Γενικότερα, τα χωροκατακτητικά είδη θεωρούνται σοβαρή απειλή για την βιοποικιλότητα, δεδομένου ότι ανταγωνίζονται τα “ντόπια” είδη για τους ίδιους φυσικούς πόρους, κάτι που συχνά έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα φυσικά οικοσυστήματα, όπως οικολογικές μεταβολές, μείωση της βιοποικιλότητας, ακόμα και εξάλειψη αυτοχθόνων ειδών, ενώ δεν αποκλείεται η πιθανότητα δημιουργίας υβριδίων με τα αυτόχθονα είδη.

Κλιματική αλλαγή

Οι επιστήμονες έχουν προειδοποιήσει για τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής και ειδικότερα από την αύξηση της θερμοκρασίας των νερών στις θάλασσες της Μεσογείου εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία.

Η αύξηση της θερμοκρασίας των υδάτων θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για την επιταχυνόμενη, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, επέλαση των “λεσσεψιανών” μεταναστών.

Είναι χαρακτηριστικά τα συμπεράσματα σχετικής μελέτης του ΑΠΘ, από το 2008: α) Ο ρυθμός εισόδου των “λεσσεψιανών μεταναστών” είναι επιταχυνόμενος αλλά και παράλληλος με την προοδευτική αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της Μεσογείου. Αυτό σημαίνει ότι κάθε χρονιά εισβάλλει στη Μεσόγειο μεγαλύτερος αριθμός ειδών απ’ ό,τι το προηγούμενο έτος β) Τα είδη που έχουν εισβάλει στη Μεσόγειο εξαιτίας της προοδευτικής αύξησης της θερμοκρασίας της επεκτείνονται όλο και βορειότερα, με αποτέλεσμα τον εμπλουτισμό του Αιγαίου με ολοένα περισσότερους “λεσσεψιανούς μετανάστες”.

Οι πληθυσμοί αυτοί, που εισέρχονται στην κλειστή θάλασσα της Μεσογείου, προσαρμόζονται και εγκαθίστανται και, καθώς φαίνεται, ήρθαν για να μείνουν. Κάποιοι μιλούν μάλιστα για “τροπικοποίηση” των θαλασσών της Μεσογείου.

Και βέβαια οι επιπτώσεις στο θαλάσσιο οικοσύστημα και τις αλιευτικές κοινότητες είναι μεγαλύτερες αν συνυπολογιστούν κι άλλοι ανθρωπογενείς παράγοντες πίεσης, όπως η υπεραλίευση και η θαλάσσια ρύπανση.

Επικίνδυνοι… ξένοι

Σε αυτά τα ξενικά είδη περιλαμβάνονται και ορισμένα επικίνδυνα ψάρια, που δημιουργούν ανησυχία στους επιστήμονες και τους ειδικούς ερευνητές, όπως ο τοξικός λαγοκέφαλος, που ζει κυρίως στον Ινδικό και στον Ειρηνικό Ωκεανό. Για πρώτη φορά καταγράφηκε η εμφάνισή του στα νότια της Τουρκίας το 2003, στη συνέχεια στο Ισραήλ και τον Ιούλιο του 2005 εντοπίστηκε στην Κρήτη, φτάνοντας έως το βόρειο Αιγαίο.

Έχουν υπάρξει αναφορές όχι μόνο για επιθέσεις σε λουόμενους και για το ισχυρό δάγκωμά του, αλλά και για τους κινδύνους από τη βρώση του, καθώς χωρίς να απομακρυνθούν πριν το μαγείρεμα μέρη του που περιέχουν τη δηλητηριώδη τοξίνη τετροδοτοξίνη, μπορεί να επιφέρει αναπνευστικές διαταραχές, ανεπάρκεια του κυκλοφορικού συστήματος, μυική παράλυση, ακόμη και θάνατο, γι’ αυτό και απαγορεύεται η πώληση και κατανάλωσή του στην Ευρώπη. Επίσης έχει προκαλέσει ζημιές σε αλιευτικά εργαλεία, ενώ δεν είναι ακόμη γνωστό το μέγεθος των προβλημάτων που δημιουργεί σε άλλους θαλάσσιους πληθυσμούς, δεδομένου ότι πρόκειται για σαρκοβόρο “κυνηγό”.

Πάντως, τη στιγμή που ο λαγοκέφαλος απορρίπτεται από πολλές αγορές ως βρώσιμο είδος, σε κάποιες χώρες, κυρίως στην Ιαπωνία και στην Κορέα, είναι ψάρι με μεγάλη εμπορική αξία. Στην Ιαπωνία οι τιμές των ψαριών αυτών, που ονομάζονται fugu (όπως και το πιάτο που σερβίρεται), είναι υψηλότερες από τις τιμές των περισσότερων άλλων εδώδιμων ψαριών. Ειδικοί και αδειοδοτημένοι για τον σκοπό αυτό μάγειρες/σεφ αφαιρούν προσεκτικά το δέρμα και τα εντόσθια και το προϊόν αυτής της διαδικασίας θεωρείται ασφαλές για βρώση. Ωστόσο, πολλά άτομα πεθαίνουν κάθε χρόνο από την κατανάλωση των ψαριών αυτών.

Άλλο ένα είδος που προκαλεί ανησυχία είναι το λεοντόψαρο, η εξάπλωση του οποίου φαίνεται πως είναι ραγδαία. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2016 στη Ρόδο και στην Κρήτη, έχει όμορφη εξωτική εμφάνιση αλλά χαρακτηρίζεται ως επεκτατικό και αχόρταγο, αφού καταβροχθίζει σχεδόν τα πάντα, επηρεάζοντας σημαντικά διάφορα είδη με θεμελιώδη ρόλο στα οικοσυστήματα. Αξίζει να αναφερθεί ότι το λεοντόψαρο ωριμάζει αναπαραγωγικά σε λιγότερο από ένα έτος και μπορεί να παράξει περισσότερα από 2 εκατομμύρια αυγά για τα επόμενα πάνω από 10 χρόνια ζωής του.

Φέρει ορισμένα αιχμηρά αγκάθια με δηλητήριο, τα οποία όμως αν αφαιρεθούν, το ψάρι καθίσταται βρώσιμο και μάλιστα θεωρείται αρκετά εύγευστο, επιτρέποντας την εμπορική εκμετάλλευσή του. Σε περίπτωση τσιμπήματος από τα δηλητηριώδη αγκάθια, ο πόνος είναι οξύς και παρατηρείται φλεγμονή στην περιοχή γύρω από το τσίμπημα, το οποίο πάντως δεν είναι θανατηφόρο.

πηγή: ΑΥΓΗ