Τα καράβια αρμενίζουν. Τα κύματα επαναλαμβάνουν το τραγούδι τους. Οι αμπελουργοί κατηφορίζουν από τους λόφους της ιταλικής Ριβιέρας. Στην Προβηγκία και στην Ελλάδα τινάζουν τα δέντρα να πέσουν οι ελιές. Στην Κέρκυρα τις αφήνουν να πέσουν μόνες τους. “Στην Κέρκυρα, δεν κάνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο”, συμπληρώνει απογοητευμένος.
Στην ήρεμη θάλασσα της Βενετίας οι ψαράδες τραβούν τα δίχτυα τους. Οι ξυλουργοί κατασκευάζουν βάρκες ίδιες μ’ εκείνες του χτες (κι ας προσπαθούν οι προτεστάντες του βορρά να τσακίσουν τα καΐκια και να κόψουν τις ελιές της Μεσογείου). Για μιαν ακόμη φορά κοιτάζοντάς τους βρισκόμαστε εκτός χρόνου.
Τι είναι η ιστορία; Δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια διαρκής αναζήτηση των περασμένων χρόνων στο όνομα των προβλημάτων και των πολιτικών, της σύγχρονης εποχής που μας περιβάλει και μας πολιορκεί. […] (Από τον πρόλογο της έκδοσης)