Μπορεί με τις εκλογές να μην επέρχονται ριζικές αλλαγές σε μια κοινωνία κατά το πρότυπο της επανάστασης, ωστόσο η αντιπροσωπευτική διαδικασία επιφέρει αποτελέσματα, τα οποία διαμορφώνουν, σε πολλές περιπτώσεις, συνθήκες μεταρρυθμίσεων όσον αφορά τη δομή και τη λειτουργία μιας πολιτικής κοινωνίας.

Μπορούμε να συντάξουμε μια τυπολογία της αντιπροσωπευτικής ή της εκλογικής διαδικασίας με βάση διάφορα κριτήρια τα οποία μπορούμε να επιλέξουμε. Θα περιοριστούμε στο κριτήριο το οποίο έχει να κάνει με τη ριζοσπαστικότητα των αλλαγών που επέρχονται και αναφέρονται στη λειτουργία των κομμάτων και στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο της διακυβέρνησης. Με βάση, λοιπόν, αυτό το κριτήριο, διακρίνουμε δύο τύπους εκλογικών διαδικασιών. Ο ένας είναι εκείνος με τον οποίο οι αλλαγές, που συντελούνται σε μια πολιτική κοινωνία, είναι ριζικές και ο άλλος συνδέεται με τυπικές και διαχειριστικές συνθήκες λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού.

Στην περίπτωση που ένα τέτοιο κριτήριο είναι ορθό από πολιτικής απόψεως και επομένως η σχετική τυπολογία μπορεί να εφαρμοστεί πρακτικά, τίθεται το ερώτημα: οι εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019 σε ποιον από τους δύο τύπους ανήκουν; Διευκρινίζω πως εάν απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα ανταποκριθούμε με συνέπεια και στο ερώτημα σχετικά με την πολιτική δομή και λειτουργία της ελληνικής κοινωνίας. Ας αποπειραθούμε, λοιπόν, να αναλύσουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην πολιτική κοινωνία μας μετά τις πρόσφατες εκλογές. Και η σχετική ανάλυση αναφέρεται στην κομματική συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας και στο ζήτημα της δομής και της λειτουργίας της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο του κοινοβουλευτισμού.

Τα εμπειρικά δεδομένα, όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά τις εκλογές, καταγράφονται ως εξής: πρόκειται για την εκλογική νίκη της Ν.Δ., η οποία σχημάτισε αυτοδύναμη μονοκομματική κυβέρνηση, την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση στο κοινοβουλευτικό σύστημα, αλλά και την ανάδειξη (πάλι του ΣΥΡΙΖΑ) σε ηγεμονική πολιτική δύναμη στον ιδεολογικό-πολιτικό χώρο της Κεντροαριστεράς και για το τέλος των κομμάτων, τα οποία ιδρύθηκαν κατά την ιστορική φάση της κρίσης, συμπεριλαμβανομένης, πρωτίστως, της Χρυσής Αυγής.

Τα εμπειρικά αυτά δεδομένα επιβάλλεται να τα επεξεργαστεί η πολιτική φιλοσοφία με την κριτικο-ερμηνευτική μέθοδο για να καταλήξει σε πολιτικά συμπεράσματα, τα οποία τελικά θα λειτουργήσουν ως οδοδείκτες για το πολιτικό μέλλον της Ελλάδας.

Η πρώτη ερμηνευτική παρατήρησή μου διατυπώνεται ως εξής: η αναβίωση του πνεύματος του συντηρητισμού (αυτό συμβαίνει με την εκλογική νίκη της Ν.Δ.), χωρίς προηγουμένως η ίδια αυτή κομματική δύναμη να έχει στοιχειωδώς αναλύσει και επεξεργαστεί το ιστορικό παρελθόν της και πρωτίστως τη συμμετοχή της στη χρεοκοπία της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε με μια τυφλή ενέργεια (θα μπορούσα να πω και για μια ενδεχομενική και τυχαία πολιτική πράξη). Ο συντηρητισμός, λοιπόν, αναγεννάται χωρίς πολιτικό αναστοχασμό. Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στην παγκόσμια τάση επαναφοράς των πολιτικών πραγμάτων στην πρώιμη πολιτική νεωτερικότητα (βλ. τέλη του δέκατου ενάτου αιώνα).

Ας διευκρινιστεί ότι οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές κατακτήσεις των ασθενών κοινωνικών τάξεων δεν προήλθαν στην ιστορική εξέλιξη από αποφάσεις των συντηρητικών και ισχυρών κοινωνικών ομάδων. Ηταν το πολιτικό αποτέλεσμα μακροχρόνιων κοινωνικών αγώνων. Οποιος πιστεύει ότι οι ριζικές αλλαγές σε μια σύγχρονη πολιτική κοινωνία θα συντελεστούν με πρωτοβουλία των ισχυρών κοινωνικών δυνάμεων και όχι μέσω των πρωτοποριακών κοινωνικών αγώνων, ζει σε καθεστώς ιδεολογικής φενάκης.

Η δεύτερη ερμηνευτική παρατήρησή μου διατυπώνεται ως εξής και αναφέρεται στην πολιτική τύχη του ΣΥΡΙΖΑ: ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση πίστεψε στη βολονταριστική λογική της αλλαγής. Και αυτό συνέβη επειδή η πολιτική του θεμελιώθηκε στην ιστορία. Ενώ οι πολιτικές κατακτήσεις του είναι ανεξαργύρωτες, όπως π.χ. στο σύστημα των δικαιωμάτων (βλ. μεταναστευτική πολιτική κ.ά.), στην επίτευξη του στόχου για το «τέλος των τεχνοκρατικών μνημονίων» και πρωτίστως στην επίλυση του ιστορικού μακεδονικού προβλήματος, χωρίς να αναπτυχθούν εντός της ελληνικής κοινωνίας λογικές ταυτότητας, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, «κουβάλησε μεγάλο φορτίο στους κυβερνητικούς ώμους του από την ιδεολογικο-πολιτική παράδοση της Αριστεράς». Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δεν ασκεί την κυβερνητική εξουσία, όχι επειδή η Δεξιά ανέπτυξε ορθολογικότερο πρόγραμμα διακυβέρνησης, αλλά επειδή «κουβάλησε» την ιστορική ελληνική Αριστερά. Εβαλα σε εισαγωγικά τη φράση για τη σχέση κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με την ιστορική Αριστερά όχι επειδή την έγραψε κάποιος άλλος συνάδελφος, αλλά επειδή την επινόησα εγώ ο ίδιος αλλά δεν έχω τα περιθώρια για να την αναπτύξω.

Συνοψίζοντας, τονίζω ότι μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019 και τα δύο κόμματα (δηλαδή η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ) επιβάλλεται να ενεργοποιήσουν τον μηχανισμό του πολιτικού αναστοχασμού τους. Εάν γίνει κάτι τέτοιο, θα ωφεληθεί πολλαπλώς η ίδια η ελληνική πολιτική κοινωνία. Οι δύο συμπερασματικές προτάσεις μου είναι οι εξής: η Ν.Δ. οφείλει να ανατρέψει το ιστορικό παρελθόν της και ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να πάψει να ασχολείται με την ιστορική ελληνική Αριστερά.