Ενασχόληση με την πολιτική, λέει ο Βέμπερ, σημαίνει συμμετοχή σ’ έναν αγώνα ισχύος με σκοπό τον επηρεασμό της διοίκησης ενός κράτους. Το κράτος, όμως, δεν το ορίζουν οι σκοποί που αξιώνει ότι υπηρετεί αλλά μονάχα το μέσο που έχει στην αποκλειστική του διάθεση: η βία. Εκείνος που θα εμπλακεί με την πολιτική θα προβεί αναγκαστικά σε δοσοληψίες με τις διαβολικές δυνάμεις που καραδοκούν σε κάθε μορφή βίας. «Όποιος επιζητεί τη σωτηρία της ψυχής του και τη σωτηρία άλλων ψυχών, ας μην το κάνει μέσω της πολιτικής, η οποία έχει τελείως διαφορετικά μελήματα: μελήματα που διευθετούνται μόνον μέσω της βίας».

Ο Βέμπερ δίνει τη διάλεξη «Η πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα» ―το για πολλούς σημαντικότερο πολιτικό κείμενο του 20ού αιώνα― σε συνθήκες ρευστές και πυρετώδεις. Βρισκόμαστε στο 1919, στην περίοδο της Γερμανικής Επανάστασης, λίγες μόλις μέρες μετά τη δολο­φονία των ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος, Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει μόλις λήξει, με τη Γερμανία ηττημένη. Το Ράιχ έχει καταλυθεί, ο Κάιζερ έχει παραιτηθεί απ’ το θρόνο, ενώ η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν έχει εγκαθιδρυθεί ακόμα.

Αφού πρώτα εκθέσει την ιστορία και την ιδιοσυστασία του νεότερου κράτους, αφού εξηγήσει τις ποικίλες μορφές που μπορεί να πάρει η ενασχόληση με την πολιτική και αφού αναλύσει τον βασικό φορέα μέσω του οποίου διεξάγεται ο πολιτικός αγώνας στη σύγχρονη εποχή, δηλαδή το πολιτικό κόμμα, ο Βέμπερ αφιερώνεται στην εξέταση των σχέσεων πολιτικής και ηθικής, εξέταση που κορυφώνεται στη διάκριση μεταξύ ηθικής του φρονήματος και ηθικής της ευθύνης. «Μόνο όποιος είναι βέβαιος πως δεν θα συνθλιβεί όταν ο κόσμος, από τη δική του τη σκοπιά ιδωμένος, αποδειχθεί πολύ μωρός ή ποταπός για όσα αυτός θέλει να του προσφέρει, μόνο όποιος μ’ όλα αυτά αντιμέτωπος μπορεί να πει και όμως!, μόνον αυτός διαθέτει το κάλεσμα της πολιτικής.»