Αναφέρω συνοπτικά τους λόγους για τους οποίους η Νέα Δημοκρατία έχει αποφασίσει να κρατήσει μια άκρως απορριπτική στάση απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών – είτε πλησιάζοντας προς την απολύτως αδιάλλακτη αρχική ελληνική θέση είτε με το ευτελές πρόσχημα της «επαίσχυντης εθνικής μειοδοσίας» που συνιστά η «αναγνώριση μακεδονικής γλώσσας και εθνότητας».

Ο πρώτος λόγος είναι «στενά επικοινωνιακός». Προσπαθεί πάση θυσία να μειώσει στη συνείδηση του εθνικού ακροατηρίου κάτι που σε διεθνές επίπεδο έχει αναγνωριστεί ως μεγάλη διπλωματική επιτυχία της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης.

Ο δεύτερος είναι στοχευμένα προεκλογικός. Ευελπιστεί πως έτσι θα καρπωθεί η ίδια την όποια δυσαρέσκεια υπάρχει σε μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων που εμφορείται από εθνικιστικές αντιλήψεις σε αυτό ειδικά το ζήτημα και που είναι ούτως ή άλλως δυσαρεστημένο από την παραχώρηση του «ονόματος». Η απεύθυνση εδώ είναι κυρίως προς δικούς της ψηφοφόρους, πιθανόν δυσαρεστημένους από τη μη επαρκώς σθεναρή στάση ως προς το «όνομα», προς το μικρό αλλά χρήσιμο ποσοστό των ψηφοφόρων των ΑΝ.ΕΛΛ., αλλά και –γιατί όχι;– προς τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής, με την ελπίδα πως κάποιοι από αυτούς έχουν «σοβαρευτεί» και δεν θέλουν να εκπροσωπούνται από μια εγκληματική οργάνωση.

Ο τρίτος λόγος έχει να κάνει με πολιτική τακτική. Γνωρίζει πως η Συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό γενικότερα αποτελούν σταθερή πηγή αμηχανίας στον ΣΥΡΙΖΑ ως προς τις σχέσεις του με τους ΑΝ.ΕΛΛ. Είτε αυτό οδηγήσει στην επίσπευση των βουλευτικών εκλογών είτε όχι, η Ν.Δ. εκτιμά –και ορθά, εν προκειμένω– ότι πάντως κάθε άλλο παρά ωφελεί την κυβέρνηση η εικόνα της απόλυτης διαίρεσης στο θέμα που εδώ και έναν χρόνο έχει και πάλι στρογγυλοκαθίσει στο κεντρικό προσκήνιο της πολιτικής ζωής της χώρας. Με τη «σκληρή» της στάση «ενθαρρύνει», λοιπόν, τους ΑΝ.ΕΛΛ. να πασχίζουν να πλειοδοτούν και να διευρύνουν επί πλέον το ήδη διαφαινόμενο χάσμα που τους χωρίζει από τον κυβερνητικό τους εταίρο.

Ο τέταρτος λόγος μάλλον είναι και ο πιο ουσιαστικός, καθότι ο πιο αποκαλυπτικός για την εσωτερική κατάσταση της Ν.Δ., τόσο ως προς την ιδεολογική της ταυτότητα όσο και ως προς τις ενδοκομματικές της ισορροπίες. Εξαιρώντας τον «μεταβατικό» Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ο προκάτοχος του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν ο Αντώνης Σαμαράς – ο οποίος, σύμφωνα με τους περισσότερους αναλυτές, επανακάμπτει δριμύτερος, και κατά ορισμένους με τρόπο που κάνει την καρέκλα του Κ. Μητσοτάκη να τρίζει. Η στροφή της Ν.Δ. προς μία «σαμαρικού τύπου» εθνικιστική αδιαλλαξία είναι συνεπώς ένας τρόπος να «πιαστεί το νήμα» με την ακροδεξιά στροφή του κόμματος που είχε ήδη αρχίσει επί Αντ. Σαμαρά.

Το αν κρίνεται επιτυχής ή όχι η Συμφωνία των Πρεσπών εξαρτάται προφανώς από την οπτική γωνία του καθενός – η Αριστερά δεν μπορεί κατά τρόπο αποτελεσματικό να απευθυνθεί σε ακροδεξιό ακροατήριο, και για τις σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝ.ΕΛΛ. λίγα πράγματα μπορούν να γίνουν ούτως ή άλλως. Απομένει, επομένως, για την Αριστερά ο τέταρτος λόγος που εξηγεί τη «σκληρή» στάση της Ν.Δ. στο Μακεδονικό.

Οσο και αν εξακολουθεί να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της για τον «ευρωπαϊσμό» της, η εθνικιστική στροφή της Ν.Δ. μεθοδεύεται με τρόπο που στενεύει καθοριστικά τα περιθώρια ελιγμών που η ίδια αφήνει στον εαυτό της. Η υιοθέτηση της φτηνής ακροδεξιάς προπαγάνδας, ότι η κυβέρνηση «αντάλλαξε το Σκοπιανό με τη μη περικοπή των συντάξεων», αποκαλύπτει πως η ίδια η Δεξιά έτσι ακριβώς βλέπει τα πράγματα. Με απλά λόγια, πως αν κάνει εκείνη κυβέρνηση και θέλει να μείνει συνεπής προς την «εθνικά υπερήφανη» (ήτοι εθνικιστική) στάση της, τούτο θα έχει ολέθριες οικονομικές συνέπειες για τη χώρα.

Ισως το μόνο καλό που επιφέρει η διεθνής νεοφιλελεύθερη γεωπολιτική συγκυρία των τελευταίων δεκαετιών είναι ότι ο εθνικός απομονωτισμός καθίσταται ολοένα και δυσχερέστερος. Παρά τη συναφή ρητορική των «ευρωσκεπτικιστών» και των «αντισυστημικών» ακροδεξιών δυνάμεων, και όπως περίτρανα αποκαλύπτει η περιπέτεια του Brexit, το μόνο που επιτυγχάνουν οι απομονωτικές τάσεις είναι η πρόσκαιρη ενίσχυση των εν λόγω δυνάμεων, με επισφαλείς έως καταστροφικές για τις κοινωνίες συνέπειες – των οποίων συνεπειών την οικονομική διάσταση «πληρώνουν» ως συνήθως οι κατώτερες και μεσαίες τάξεις. Ο διεθνισμός στη σύγχρονη εποχή για την Αριστερά δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα αξιακών αρχών αλλά και ρεαλιστικότατη αναγνώριση του γεγονότος ότι οι ταξικοί αγώνες και οι κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση και ενίσχυση της δημοκρατίας, είτε μας αρέσει είτε όχι, διεξάγονται αναγκαστικά και στο πεδίο των διεθνών θεσμών, συσχετισμών και συμμαχιών.

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών