Κάθε φορά που στα Σκόπια αποκαλούν τη γλώσσα και την ταυτότητά τους μακεδονική, ακολουθεί στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη ορυμαγδός δηλώσεων, αφορισμών, κατηγοριών για αλυτρωτισμό και επιβουλές της εθνικής ακεραιότητας της χώρας. Πατριωτικές κορόνες της αντιπολίτευσης, οργισμένοι εκφωνητές ειδήσεων, δηλητηριώδη πρωτοσέλιδα, αγανάκτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οσμή προδοσίας.

Μας προκαλούν και μας εχθρεύονται οι Αλβανοί, μας απειλούν οι λιλιπούτειοι Μακεδόνες, ο Ερντογάν έχει γίνει μόνιμος εφιάλτης μας, κινδυνεύουμε από τους μουσουλμάνους πρόσφυγες. Μένουν έξω από τον χορό των προκλήσεων οι Βούλγαροι, μάλλον συγκυριακά, γιατί και αυτοί προαιώνιος εχθρός είναι.

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια που λέγαμε ότι «οι Γερμανοί ξανάρχονται», ότι οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί ήθελαν να ξεχάσουμε ότι είμαστε Ελληνες και ότι ο παγκόσμιος σιωνισμός βρίσκεται πίσω από κάθε επιβουλή. Φανταζόμαστε την Ελλάδα ανάμεσα σε εχθρούς. Εχουμε μετατραπεί σε έθνος-σκαντζόχοιρο. Μολών λαβέ! Με τον παραμικρό θόρυβο, τα αγκάθια προτεταμένα.

Το 1985, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Χρήστος Σαρτζετάκης, είχε πει ότι οι Ελληνες είμαστε «έθνος ανάδελφον». Δεν απέχει πολύ η μια αντίληψη από την άλλη. Η λέξη «ανάδελφος» παραπέμπει σε μια ανασφαλή μοναξιά. Αλλά το έθνος-σκαντζόχοιρος είναι κάτι παραπάνω. Είναι η συνεχής κατάσταση πολιορκίας και επιβουλής, η οποία έχει γίνει μέρος του εθνικού λόγου.

Ακόμη και όσοι δεν υποκύπτουν στη γοητεία της θυματοποίησης και της απειλής, στις δημόσιες τοποθετήσεις τους είναι προσεκτικοί στο να μην τις αντικρούσουν. Πού οφείλεται η συνεχής επίκλησή τους; Μήπως είμαστε πράγματι «ανάδελφοι»; Οχι βέβαια. Πόσοι από τους σημερινούς Τούρκους δεν προέρχονται από εξισλαμισμένους ελληνόφωνους πληθυσμούς; Πόσοι Αλβανοί, Μακεδόνες και Βούλγαροι δεν προέρχονται επίσης από αφομοιωμένους Ελληνες και πόσοι Ελληνες δεν είναι εξελληνισμένοι Αρβανίτες, Βλάχοι, Σλάβοι κ.λπ.; Εξάλλου μοιραζόμαστε με τους γείτονές μας θρησκεία, νοοτροπίες, μουσική και μύθους, υλικές και άυλες πολιτισμικές κληρονομιές.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν κυκλοφόρησε η ιδέα του ανάδελφου, δεν ήλθε μόνη της. Ο Αντώνης Τρίτσης ζητούσε τότε την επανεισαγωγή των αρχαίων στα σχολεία, οι νεο-ορθόδοξοι μας καλούσαν να στρέψουμε τις πλάτες μας στη Δύση, η αναζήτηση της «ιδιοπροσωπίας» έδειχνε ότι το πνεύμα της Μεταπολίτευσης είχε αντικατασταθεί από μια ιδεολογική άμπωτη.

Το ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής, εγκαταλείποντας τα αρχικά του προγράμματα κοινωνικής αναμόρφωσης, επικαλούνταν ολοένα και περισσότερο το έθνος. Το βασικό ιδεολόγημα ήταν ότι το έθνος είχε υποστεί «εθνική απονεύρωση». Η εθνική νεύρωση, ωστόσο, δεν θα αργούσε. Και έφτασε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και το ονοματολογικό πρόβλημα της Μακεδονίας.

Παγκόσμιες αλλαγές αναμόχλευσαν τον εθνικισμό, φτάσαμε σε λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες και την Ορθοδοξία, αποσύρθηκαν βιβλία Ιστορίας και απέτυχε οποιαδήποτε προσπάθεια εκλογίκευσης του εθνικού συναισθήματος στην παιδεία. Από την «εθνική απονεύρωση» στον «εθνομηδενισμό», το κοντέρ κατέγραφε την άνοδο των εξοπλισμών. Πρωταθλητές στον κόσμο!

Αλλά το έθνος-σκαντζόχοιρος δεν υπάρχει από μόνο του. Το εθνικό συναίσθημα συνδαυλίζεται, ερεθίζεται και εργαλειοποιείται. Δεν οφείλεται μόνο στις διανοητικές αδράνειες και στην παράδοση. Ο χειρισμός της Συμφωνίας των Πρεσπών, από μια αντιπολίτευση που θυσιάζει τα πάντα για να φτάσει στην εξουσία, δεν υπολογίζει συνέπειες. Αλλά οι δυνάμεις που εξαπολύει δεν είναι ελέγξιμες και χειραγωγήσιμες.

Η εθνική δυσανεξία που ρίχνεις με δόσεις στην κοινωνία θα τη δηλητηριάσει στο τέλος. Η εξωτερική εχθρότητα γίνεται εσωτερική δυσανεξία. Διαβρώνει τη δημόσια σφαίρα. Τα τελευταία κρούσματα, δηλαδή η δολοφονία του Ζακ στην Ομόνοια, της φοιτήτριας που αντιστάθηκε στον βιασμό στη Ρόδο και του Αλβανού αγρεργάτη στην Κέρκυρα, σχετίζονται και δείχνουν ότι ο σκαντζόχοιρος δεν στρέφει τα αγκάθια του μόνο στους εκτός, αλλά και στους εντός.

Η ακροδεξιά στροφή στην Ευρώπη δεν οφείλεται στο λαϊκό αίσθημα, όπως αφήνει ο όρος δεξιός λαϊκισμός να εννοηθεί. Οφείλεται στη χρησιμοποίηση του λαϊκού αισθήματος από μια ηγεσία που περιφρονεί και σιχαίνεται τον λαό και γι’ αυτό θεωρεί ότι μπορεί να τον χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν.

Ο κίνδυνος της Ακροδεξιάς, η αναίρεση όσων αξιών κατακτήθηκαν στη Μεταπολίτευση, στην πορεία εκδημοκρατισμού και εξευρωπαϊσμού της Ελλάδας, δηλαδή ο σεβασμός στη διαφορετικότητα που αποτελεί το ενοποιητικό στοιχείο της ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς και ταυτότητας, έχουν υποθηκευτεί στη λογική της κατάκτησης της εξουσίας. Τι λένε γι’ αυτό οι άνθρωποι που αυτάρεσκα ονομάζονται ευρωπαϊστές και επικαλούνται φιλελεύθερες αξίες; Τι λένε οι φίλοι που μαζί βρεθήκαμε αντίπαλοι των εθνικιστών το 1992 στο Μακεδονικό και απέναντι στον Χριστόδουλο για τις ταυτότητες; Σιωπή ώς πότε;

Η αναμέτρηση στην οποία οδηγούμαστε δεν αφορά μόνο ποιο κόμμα θα κυβερνήσει και ποιον προσανατολισμό θα δώσει στη χώρα. Διαμορφώνει μια συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα. Αλλά όταν μια πολιτική διαμάχη γίνεται πολιτισμική, βαθαίνει τις διαφορές. Δημιουργεί habitus, δηλαδή εδραιωμένες συνήθειες που τις θεωρούμε φυσικές και αυθόρμητες. Αυτές θα συνεχίσουν να υπάρχουν, ακόμα και όταν οι αιτίες που τις προκάλεσαν παρέλθουν. Ολοι θα ματώσουμε στ’ αγκάθια του σκαντζόχοιρου!