Σε συνέντευξη του στο πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ και στην εκπομπή του Ξενοφώντα Ζηκίδη και της Ελένης Καραγιάννη, ο Υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Φώτης Κουβέλης, αναφέρθηκε στις έρευνες που πραγματοποιούνται για το τι συνέβη τα προηγούμενα χρόνια στο χώρο της υγείας και στις απειλές στελεχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι εάν η ΝΔ κερδίσει τις εκλογές, θα προχωρήσει σε έρευνες σε βάρος σημερινών υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Φώτης Κουβέλης, αναφέρθηκε επίσης στην προσπάθεια της ακροδεξιάς και φασιστικών οργανώσεων να διεισδύσουν στο χώρο της νεολαίας και αναφέρθηκε στις ευθύνες της Ευρώπης για την άνοδο του νεοναζισμού.

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:

Έχουμε δει από το Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων το πόρισμα για το ΚΕΕΛΠΝΟ και φαίνεται ότι εκεί καταλογίζονται από την πλειοψηφία κάποιες ευθύνες στον κ. Γεωργιάδη. Ο κ. Γεωργιάδης έχει ήδη απαντήσει ότι θα προχωρήσει σε αγωγές και μηνύσεις εναντίον εκείνων που θα υπογράψουν το ψήφισμα αυτό και θέλω να σας ρωτήσω: Πώς τώρα θα πάμε μέχρι τις εκλογές, κάτω από αυτό το κλίμα της απόδοσης ευθυνών και της προσφυγής στη Δικαιοσύνη; Δημιουργείται ένα κλίμα πολύ πολωτικό. Και κανείς δεν ξέρει που μπορεί να οδηγήσει.
«Αυτές οι υποθέσεις έχουν οδηγηθεί στη Βουλή με απόφαση της Δικαιοσύνης. Δεν αποτελεί και δεν θα μπορούσε να αποτελεί πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Είναι δρομολογημένες υποθέσεις οι οποίες έχουν ερευνηθεί από τη Δικαιοσύνη. Κατά το στάδιο αυτό , που σήμερα συζητάμε, της έρευνας δηλαδή, οι υποθέσεις έχουν οδηγηθεί εν συνεχεία στη Βουλή και από κει και πέρα θα πρέπει να αναμείνουμε το τι θα αποφασίσει η Βουλή και στο βαθμό που μπορεί να εξετάσει περαιτέρω η Δικαιοσύνη τις πορισματικές κρίσεις της Επιτροπής, οφείλει να το κάνει. Δεν επιλέγει κανείς να κάνει αυτή την πόλωση. Αντιθέτως, αυτοί οι οποίοι αυτή τη στιγμή είναι υπό έλεγχο, βεβαίως δεν σπεύδω να εκδώσω την οποιαδήποτε προδικαστική απόφαση, επιλέγουν να πολώνουν την πολιτική ατμόσφαιρα. Δεν αποτελεί επιλογή της κυβέρνησης. Εξ αντικειμένου κατά συνέπεια προκαλείται αυτή η ένταση, χωρίς την ευθύνη της κυβέρνησης, η οποία δεν κάνει τίποτα άλλο, παρά να ενεργεί σύμφωνα με το Νόμο και σύμφωνα με την καταγεγραμμένη αξίωση του ελληνικού λαού να ερευνηθούν όλες οι σχετικές υποθέσεις».

Θα έχετε ακούσει και εσείς τις δηλώσεις από στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι στην περίπτωση που πάρουν τη διακυβέρνηση της χώρας στα χέρια τους , σκέφτονται και εκείνοι να πάνε σε παρόμοιες επιτροπές και μάλιστα λένε και για κάποια θέματα που είναι πιο συγκεκριμένα, όπως το θέμα της ΔΕΠΑ, τα όσα ειπώθηκαν στο υπουργικό Συμβούλιο, με τους κυρίους Κοτζιά και Καμμμένο . Τώρα σε αυτή τη λογική θα συνεχίσουμε;
«Η αντιπολίτευση είναι προφανές ότι επιλέγει να απειλεί με αυτό τον τρόπο στην προσπάθειά της να ελαχιστοποιήσει αυτό που πρέπει να γίνει στο πραγματικό του μέγεθος, και το πραγματικό μέγεθος είναι η έρευνα των συγκεκριμένων υποθέσεων. Εάν το επιλέγει ας το κάνει. Αλλά αυτό δεν αποτελεί επί της ουσίας απάντηση για τις διερευνώμενες υποθέσεις από την ίδια τη Δικαιοσύνη».
Το γεγονός με την υπόθεση που ήρθε στην επιφάνεια, με το άνοιγμα των λογαριασμών του κ. Σημίτη και η προσπάθεια που επιχειρήθηκε να εμπλακεί και το όνομα του Προέδρου της Δημοκρατίας του κ. Παυλόπουλου , πώς το εξηγείτε;
«Η υπόθεση που έχει σχέση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας , αφορά στην ενέργεια κάποιων δυνάμεων της αντιπολίτευσης , οι οποίες στην πορεία καταλαβαίνοντας τι έχει συμβεί και τι θα μπορούσε να σημάνει αυτό για τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας ,είπαν ότι δεν επιθυμούν και δεν ήταν στις επιλογές τους να πλήξουν το πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εύκολη-όπως πιστεύουν- απάντηση σε εκείνο το οποίο συμβαίνει και καταγράφεται. Και ποιο είναι αυτό; Η έρευνα των σχετικών υποθέσεων. Ούτε ήταν απόφαση όπως έχω πει και δημόσια, της κυβέρνησης, το άνοιγμα των λογαριασμών του κ. Σημίτη. Ήταν μία υπόθεση η οποία έρχεται από το παρελθόν και η αρμόδια εισαγγελική Αρχή, θεώρησε ότι έτσι πρέπει να πράξει. Τι θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση, να παρέμβει στο έργο της Δικαιοσύνης»;
Να πάμε τώρα σε ένα θέμα, αυτό με τις μαθητικές καταλήψεις και τα συνθήματα που ακούστηκαν για τους πολιτικούς και το «μακεδονικό». Αυτά πόσο πρέπει να μας ανησυχούν;

«Να μας ανησυχούν με την έννοια ότι πρέπει να υπάρχουν επί της ουσίας απαντήσεις για όλα αυτά τα οποία συμβαίνουν. Διότι το σύνθημα για παράδειγμα που κυριάρχησε ότι «η Δημοκρατία πουλάει τη Μακεδονία», αντιλαμβάνεστε πόσο επικίνδυνο βάθος έχει. Και όταν η διείσδυση των ακροδεξιών και φασιστικών στοιχείων γίνεται στο χώρο της νεολαίας, τότε πρέπει να θεωρούμε ότι τα πράγματα μας προειδοποιούν και βεβαίως η ανησυχία μου είναι καταγεγραμμένη. Πρέπει να υπάρξει επί της ουσίας απάντηση. Εάν δεν βλέπουμε τι συμβαίνει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, τότε νομίζω ότι πίσω από την ανοχή, πίσω από τη δίγλωσση άποψη που διατυπώνεται από κάποιους, ουσιαστικά στρώνετε ο δρόμος για τη μεγαλύτερη εμφάνιση της ακροδεξιάς και μάλιστα της φασιστικής ακροδεξιάς. Το φαινόμενο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη θα δημιουργήσει ρίζες και θα εμφανισθεί με πιο επικίνδυνο τρόπο για τη Δημοκρατία εάν δεν υπάρξουν επί της ουσίας απαντήσεις. Και η Ευρώπη οφείλει να εγκαταλείψει νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ουσιαστικά σπρώχνουν μεγάλα τμήματα του ευρωπαϊκού πληθυσμού έξω από την οικονομία, τους οδηγούν στο περιθώριο. Εκεί είναι ο κατάλληλος χώρος, όχι μόνο για να εκκολάπτεται το επικίνδυνο φίδι αλλά για να εμφανίζεται κιόλας».

Βλέπετε από την Ευρώπη διάθεση να πάρει αποφάσεις. Γιατί κωλυσιεργεί συνήθως. Τρέχει πίσω από τα γεγονότα
«Δεν παραλείπω να συμφωνήσω με την επισήμανσή σας ότι παραλείπει ή καθυστερεί η Ευρώπη. Αλλά αυτές οι παραλείψεις, αυτή η καθυστέρηση η μη εγκατάλειψη μιας συγκεκριμένης πολιτικής που περιθωριοποιεί μεγάλα στρώματα της ευρωπαϊκής κοινωνίας, ουσιαστικά τροφοδοτεί τις ακροδεξιές εκδοχές. Κι εκείνο που πρέπει να κάνει η Ευρώπη είναι να σπάσει κάθε σχέση με το νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος είναι το σύστημα εκείνο το οποίο οδηγεί και στη φτωχοποίηση και στην περιθωριοποίηση και βεβαίως, κατά συνέπεια και στην ανάπτυξη τέτοιων ακροδεξιών λογικών. Εκεί ψαρεύει , σ αυτόν το χώρο ψαρεύει η ακροδεξιά κι εκεί θέλει να εμφανίζεται και να εγκαθίσταται».
Δεν έχουν δικαίωμα οι μαθητές να διαδηλώνουν για όποιο ζήτημα νομίζουν; Πώς ξέρουμε και τους πιστώνουμε, ας πούμε, στην ακροδεξιά;
«Δεν πιστώνω τους μαθητές, τη νεολαία στην ακροδεξιά. Κι εγώ έχω κάνει καταλήψεις και σε δυσκολότερες συνθήκες. Αλλά εκείνο που πρέπει να δούμε είναι τι εμφιλοχώρησε σε αυτές τις κινητοποιήσεις των μαθητών. Κι εκείνο που εμφιλοχώρησε με έναν συγκεκριμένο σχεδιασμό ήταν ο ακροδεξιός λόγος και το φασιστικό σύνθημα».
Κι επειδή μπήκε στην κουβέντα το θέμα των καταλήψεων κι επειδή έχουμε και τις φωνές από το χώρο της αντιπολίτευσης γενικότερα ότι δεν συμφωνούν με τις καταλήψεις είτε τώρα είτε στο μέλλον, θα ήθελα να θυμίσω ότι η καθιέρωση της δημοκρατίας στη χώρα μας ήρθε από τις καταλήψεις του Πολυτεχνείου και της Νομικής βέβαια.
«Είναι δύο τελείως διαφορετικά ζητήματα η κατάληψη από τις συγκεκριμένες καταλήψεις και κινητοποιήσεις. Εγώ δεν κρατώ κάποιο μέτρο για να μετρήσω ποιες καταλήψεις είναι ορθές και ποιες λαθεμένες. Εκείνο που κρατώ είναι η αξιολόγηση ότι οι συγκεκριμένες κινητοποιήσεις των μαθητών, δυστυχώς κυριαρχήθηκαν από την ακροδεξιά. Από τη φασιστική λογική. Και αυτό δεν αφορά στους μαθητές, που μπορεί κάποιοι, αν θέλετε και από αγνότητα αισθημάτων να κινητοποιήθηκαν. Έχει σχέση με το τι επιβλήθηκε στις κινητοποιήσεις ως το πολιτικο-ιδεολογικό ένδυμα».
Ήταν ώρα για να ανοίξει η κυβέρνηση αυτό το θέμα με την Εκκλησία και σε αυτή τη μορφή που το έχει ανοίξει;
«Υπάρχουν δύο ζητήματα. Το ένα η συνταγματική αναθεώρηση. Εδώ πρέπει να κατοχυρωθεί, στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, εφόσον βέβαια εξασφαλίσει και την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο θέμα που έχει σχέση με την εκκλησιαστική περιουσία, που έχει σχέση με την αμοιβή, τα ασφαλιστικά δικαιώματα των κληρικών, πρέπει να σας πω ότι αυτό είναι ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα από εκείνο που αφορά στην αναθεώρηση του Συντάγματος. Καταγράψτε όμως και πρέπει ο καθένας να το καταγράψει ότι η κυβέρνηση με την προωθούμενη ρύθμιση, στο πλαίσιο και ενός διαλόγου με την εκκλησία, δεν θέλει να στείλει στη φτώχεια τους κληρικούς ούτε να τους αφήσει ανασφάλιστους και δε θα το πράξει. Άρα η υπόθεση της εκκλησιαστικής περιουσίας και στο πλαίσιο της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ακριβώς με πυρήνα και με σταθερή αναφορά την ουδετερότητα και τα ζητήματα που προανέφερα και που έχουν σχέση με τον κλήρο».