Όπως και οι πολιτισμοί, οι δημοκρατίες είναι θνητές. Ετοιμοθάνατες; Ασφαλώς όχι. Τα δημοκρατικά καθεστώτα δεν ήταν ποτέ τόσο πολλά στον πλανήτη και πολλά από αυτά είναι πολύ σταθερά. Δεν ζούμε στη δεκαετία του 1930. Ένα νέο κακό όμως τα καταδιώκει, ένα κακό πιο ύπουλο, πιο βλαβερό, ένα κακό που προέρχεται από το εσωτερικό και διαβρώνει τη δημοκρατική κουλτούρα. Πρόκειται για τον εθνικολαϊκισμό, που, στο όνομα του έθνους, υπονομεύει το κράτος δικαίου, υποβιβάζει τη δημόσια συζήτηση, διαβρώνει τις ελευθερίες, καταπιέζει τις μειονότητες, επιτίθεται στα δικαιώματα των γυναικών και μετατρέπει παντού τον ξένο σε αποδιοπομπαίο τράγο.

«Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» διακηρύσσει η Γαλλική Δημοκρατία. «Ταυτότητα, ασφάλεια, αδιαλλαξία» απαντούν οι εθνικιστές. Ο φασισμός δεν είναι έξω από την πόρτα μας. Όμως παντού κυριαρχούν τα ίδια θέματα, οι ίδιες απλουστεύσεις, τα ίδια επιθετικά συνθήματα. Υπάρχουν οι «δημοκρατορίες», όπως η Τουρκία του Ερντογάν. Υπάρχουν τα αντιδραστικά κόμματα που ασκούν την εξουσία στην Ιταλία, την Ουγγαρία, στις ΗΠΑ, τις Φιλιππίνες και από σήμερα, δυστυχώς, στη Βραζιλία. Υπάρχουν, τέλος, όλα αυτά τα ξενοφοβικά, ομοφοβικά, κλιματοσκεπτικιστικά και αντιδραστικά κόμματα που κερδίζουν έδαφος σε καθεστώτα αφοσιωμένα μέχρι πρόσφατα στην πρόοδο και την ελευθερία.

Μια οκνηρή κοινωνιολογία επιρρίπτει τις ευθύνες στην οικονομική κρίση, στις ανισότητες, στα κοινωνικά ρήγματα. Όλα αυτά παίζουν ασφαλώς τον ρόλο τους. Η φιλελεύθερη εκδοχή της παγκοσμιοποίησης απειλεί τα κεκτημένα, οξύνει τις διαφορές εισοδημάτων, απειλεί τα μέτρα προστασίας, πλήττει το μέλλον των λιγότερο προνομιούχων. Ο αχαλίνωτος φιλελευθερισμός είναι τροφοδότης του εθνικισμού.

Όμως η επιδημία δεν περιορίζεται στις φτωχές χώρες ούτε σε εκείνες με τις μεγαλύτερες ανισότητες. Η Ελβετία, μια χώρα πλούσια και ισορροπημένη, έχει κι αυτή το ακροδεξιό της κόμμα, όπως και οι σκανδιναβικές χώρες και η Ολλανδία, που έχουν καταβάλει τόσες προσπάθειες υπέρ της κοινωνικής προστασίας και της μετανάστευσης. Η οικονομική κρίση παρέχει το σκηνικό. Αλλά δεν εξηγεί το έργο. Την πραγματική διαφορά την κάνουν οι κοινωνικοί παράγοντες. Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολο το έργο των δημοκρατών, των προοδευτικών ή της Αριστεράς. Τι να πεις σ’ αυτούς που έχουν την αίσθηση πως δεν ανήκουν πλέον κάπου; Ότι είναι ρατσιστές;

Είναι εύκολο να κηρύσσεις την ειρηνική συνύπαρξη. Εύκολο μέχρι να προσκρούσεις στην πραγματικότητα των λαϊκών συνοικιών που έχουν μετατραπεί σε γκέτο, των προαστίων όπου συγκεντρώνονται όλα τα δεινά και των χωριών που ζουν με τον φόβο της εγκατάλειψης.

Στις συνθήκες αυτές, η ταυτότητα και το έθνος γίνονται η μοναδική κληρονομιά για εκείνους που δεν έχουν τίποτα άλλο, ενώ το ταυτοτικό καταφύγιο καθησυχάζει τις μειονότητες που έχουν εγκαταλειφθεί εκτός των τειχών. Η μετανάστευση μετατρέπεται, όπως είναι φυσικό, σε αποδιοπομπαίο τράγο για όλα τα δεινά επί της Γης. Συχνά εξηγεί την απότομη άνοδο του ενός ή του άλλου κόμματος που τάσσεται κατά των ανοιγμάτων. Σε γενναιόδωρες και ανοιχτές χώρες, όπως η Γερμανία, η Σουηδία ή η Δανία, έχει προκαλέσει μια καταστροφική πολιτική αντίδραση. Στην Ιταλία, ο εξευτελισμός μιας χώρας που αφέθηκε μόνη απέναντι στο μεταναστευτικό κύμα του 2015 έστειλε τη Λέγκα στην πρώτη θέση.

Ρόλο παίζει και η ανασφάλεια. Η βασική εξήγηση για τη νίκη του Ροντρίγκο Ντουτέρτε στις Φιλιππίνες είναι η αδυναμία της δημοκρατίας να αντιμετωπίσει τις συμμορίες. Στην ανασφάλεια οφείλεται και η εκλογή του Ζαΐρ Μπολσονάρο στη Βραζιλία. Η απόρριψη των ελίτ, τέλος, αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό της λαϊκής ψήφου. Οι ελίτ αυτές μπορεί να είναι διεφθαρμένες, όπως στη Βραζιλία. Ή μπορεί να είναι αποτραβηγμένες στον Αβεντίνο λόφο της ευημερίας τους, όπως συμβαίνει σε τόσες χώρες. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδύναμες, ο οικονομικός και πολιτισμικός τους φιλελευθερισμός προκαλεί πλέον μόνο οργή και ασυνεννοησία.

Όταν η κλασική, συντηρητική ή σοσιαλδημοκρατική δημοκρατία δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα της κοινωνίας, η τελευταία στρέφεται προς ένα καθεστώς πιο σκληρό, πιο αδιάλλακτο, πιο κλειστό, που επικαλείται την παρακμή για να τροφοδοτεί έναν επιθετικό εθνικό λόγο και τη μετανάστευση για να υψώνει νέα τείχη και σύνορα. Στο σημείο αυτό, τα μαθήματα από τη δεκαετία του 1930 είναι πάντα επίκαιρα. Έχοντας αποτύχει να διαχειριστούν την οικονομική κρίση, να προσφέρουν ένα μέλλον στο έθνος, να διατηρήσουν τη δημόσια τάξη, να γεφυρώσουν το πολιτισμικό και κοινωνικό χάσμα, οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες (η Ιταλία, η Γερμανία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Ισπανία ή η Γαλλία) υπέκυψαν η μία μετά την άλλη στον φασισμό.

Ακριβώς επειδή κατάφερε να δώσει ελπίδα στα λαϊκά στρώματα, να προσφέρει μια προοπτική στη χώρα, να συγκροτήσει με επιδέξιο τρόπο μια πολιτική συμμαχία γύρω από το σχέδιό του, ο Ρούσβελτ νίκησε τους λαϊκιστές ηγέτες της εποχής του, τον Λίντμπεργκ, τον Χιούι Λονγκ και τον πατέρα Κάφλιν, παρόλο που η κρίση του 1929 ήταν πιο βίαιη στις ΗΠΑ από ό,τι στην Ευρώπη.

Το σπίτι μας καίγεται κι εμείς κοιτάζουμε αλλού… Ό,τι συμβαίνει με το κλίμα συμβαίνει και με τη δημοκρατία. Ο κίνδυνος είναι πραγματικός, άμεσος, απτός. Τα συστατικά του εθνικολαϊκισμού είναι κάτω από τα μάτια μας. Το φάρμακο; Εύκολο να το περιγράψει κανείς, αλλά δύσκολο να το εφαρμόσει. Μια ανθρώπινη μεταναστευτική πολιτική, στραμμένη προς την υποδοχή και το άνοιγμα, αλλά ένα άνοιγμα οργανωμένο, με σταθερούς και σαφείς κανόνες. Μια οικονομική πολιτική προσανατολισμένη προς την προστασία και την ενίσχυση των λαϊκών στρωμάτων. Κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που δεν είναι συνώνυμες με θυσίες πάντα των ίδιων, αλλά που αποκαθιστούν την ιδέα της προόδου. Ένα σχέδιο για το έθνος που του αποδίδει την πραγματική του ταυτότητα, βασισμένη στη δικαιοσύνη και την ελευθερία. Μια συμπεριφορά των ελίτ, τέλος, που τις βγάζει από τον γυάλινο πύργο τους και τις συμφιλιώνει με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Η τελευταία αυτή συνθήκη είναι κρίσιμη: χωρίς αυτή, οι εχθροί της ελευθερίας θα εξακολουθήσουν να προελαύνουν.

(“Libération” – ΑΠΕ-ΜΠΕ)