Να είναι η ένταση της προσπάθειας; Να είναι η ένταση της ευτέλειας με την οποία τον αντιμετώπισαν οι εκ των αντιπάλων της οπορτουνιστές; (Διευκρινίζω: σε αυτούς δεν περιλαμβάνω συμπολίτες μας που η δική τους αντίληψη για τις επιταγές της πατριωτικής ευαισθησίας τούς φέρει αντίπαλους της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Νομίζω ότι κάνουν μεγάλο λάθος, αλλά όχι ανέντιμο.) Δυσκολεύομαι να καταλάβω την παραίτηση του Νίκου Κοτζιά, γιατί η συγκεκριμένη πολιτική του παιδεία διδάσκει ότι η προσήλωση στον ορθό στόχο υπερέχει πάντοτε απέναντι σε οποιοδήποτε προσωπικό συναίσθημα ή κίνητρο. Αυτό δίδαξαν σε πολύ σκληρότερες στιγμές, με απείρως σκληρότερους αντιπάλους και απείρως σκληρότερες συνέπειες προσωπικότητες –για να σταθώ σε δύο υπερβολικά παραδείγματα– όπως οι συνονόματοί του Πλουμπίδης και Μπουχάριν.

Οσο ευτελής και άδικη κι αν ήταν η όποια κριτική τυχόν υπέστη, όσα ψεύδη και συκοφαντίες κι αν ίσως του επέρριψαν, ειδικά ο Νίκος, αρχιτέκτονας μιας μεγάλης πολιτικής και εθνικής επιτυχίας, έπρεπε και μπορούσε να σκεφτεί καλύτερα πριν θεωρήσει ότι έχει δικαίωμα να παραιτηθεί.

Ομως άλλο είναι το κύριο θέμα. Δύσκολα κρύβεται η χαρά σχεδόν όλης –με τιμητικές εξαιρέσεις– της ηγεσίας της αντιπολίτευσης για το πρόβλημα που δημιούργησε ο Πάνος Καμμένος και προκάλεσε την παραίτηση του Νίκου Κοτζιά, όπως και το πάγωμά τους για την προχθεσινή ψήφιση των συνταγματικών αλλαγών στη Βόρεια Μακεδονία. Αλλοι βρίσκουν καλό τον παραιτημένο Κοτζιά, που ως υπουργό τον χλεύαζαν. Αλλοι χαίρονται με τον Καμμένο επειδή δημιούργησε το πρόβλημα – τώρα θα τον σκέφτονται και ως στρατηγικό τους σύμμαχο αν είναι να ρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ. Τόσοι και τόσοι πασχίζουν να μείνει ανοιχτή η εθνική πληγή, προκειμένου να… τι;

Κατ’ αρχήν η Νέα Δημοκρατία. Είναι αλήθεια ότι ένα υπολογίσιμο τμήμα της διαφωνεί συνολικά με τη χρήση του όρου «Μακεδονία» από τη βόρεια γείτονά μας. Αλλά κι ένα τμήμα της ηγεσίας της –φλουριά κωσταντινάτα– κρατά ιδιοτελώς όμηρο τον αρχηγό της και τον καθηλώνει, όσο κι αν τρίζουν τα κόκαλα του πατέρα του. Τόσο μπορεί ο άνθρωπος. Τι να κάνουμε, στη δημοκρατία δεν χωρούν μόνον ηγετικές προσωπικότητες· χωρούν και οι ολίγοι – όσο κι αν οι πολιτικές και ιστορικές τους ευθύνες δεν είναι ολίγες.

Μεγαλύτερη απογοήτευση προκαλεί το κεντρο-αριστερο-δέξιο συνονθύλευμα που κι αυτό προσδοκά να καταρρεύσει η εθνική προσπάθεια για να πέσει η κυβέρνηση. Οχι βέβαια επειδή ο χώρος αυτός –που δεν βρήκε λέξη για το πώς και ποιος οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία– δεν μειώνει την ένταση της αντιπαράθεσής του με τον ΣΥΡΙΖΑ. Καθόλου.

Δεν κρύβουν τη λύπη τους για την προχθεσινή νίκη του Ζάεφ, της Ευρώπης και της λογικής. Και όμως, σε αυτόν τον χώρο συνωστίζεται ένας ολόκληρος εσμός ατόμων με καθαρές –μέχρι που τις διέψευσαν– θέσεις για το Μακεδονικό, που ομνύουν στον ορθό λόγο, στην ευρωπαϊκή Δύση, στο πολιτικό θάρρος· μιλούν για «τομές» και με αυστηρότητα για όλους τους άλλους, δηλώνουν ότι αδιαφορούν για το πολιτικό κόστος μπροστά στο καλό του τόπου. Και όμως, επιχαίρουν για τη δυσκολία, λυπούνται για την πρόοδο, περιφέρουν την οργή τους για την επιτυχία και προσδοκούν… τι;

Τέλος, μία ιδιαίτερα θορυβώδης κατηγορία ανθρώπων θεωρεί κι αυτή ότι για να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ ας καεί η χώρα. Είναι πρόσωπα με θητεία στην Αριστερά στα χρόνια της ένοχης αφέλειας ή της υπολογισμένης τους αθωότητας – που κι αυτοί σήμερα εντάσσουν εαυτούς κυρίως στο λεγόμενο «προοδευτικό κέντρο» ή σε κάποιας μορφής «κεντρώα Αριστερά».

Καλές σπουδές (και καριέρες), πτυχία, μεταπτυχιακά, ντοκτορά, Λονδίνα και Παρίσια, άτομα γενικώς καλλιεργημένα και με τρόπους, ανάμεσά τους και πρόσωπα με ταλέντο γραφής, λίβελου ή και υψηλής περιωπής σαρκασμού. Οι άνθρωποι αυτοί φοβούνται ή και σιχαίνονται το αριστερό παρελθόν τους – όπως έχουν κάθε δικαίωμα. Αυτή τους όμως η μήτρα-μητέρα συνεχίζει να τους επικαθορίζει πλήρως.

Το πολιτικό τους παρόν εξαντλείται σχεδόν αποκλειστικά σε μια απελπισμένη προσπάθεια να καταγγείλουν, μετά βδελυγμίας –στο πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ– αυτό που κάποτε ήταν οι ίδιοι. Ολα τ’ άλλα –αν υπάρχουν– τους είναι ασήμαντα. Ετσι, ενώ η Συμφωνία των Πρεσπών βρίσκεται εντελώς μέσα στον ιδεολογικό τους κόσμο και στις –από ανύποπτους καιρούς– σθεναρές τοποθετήσεις τους, δεν την αντέχουν επειδή την πέτυχε η κυβέρνηση του Τσίπρα. Δειλοί μπροστά στις δύσκολες σημερινές επιλογές, σέρνονται πίσω από τον Καμμένο στην υπονόμευση της συμφωνίας και αφήνουν το μίσος τους να εξαλείψει όσα με κόπο, θόρυβο και στιλ έπεισαν ότι υπηρετούν.

Κανείς φυσικά δεν ζητά να συμπαθήσουν ή να πάψουν να χτυπούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπορούν όμως, τουλάχιστον ως προς το Μακεδονικό, να σταθούν όρθιοι απέναντι στο δικό τους αξιακό σύμπαν; Δεν μπορούν. Κάποτε άξιζε να μοιράζεται κανείς μαζί τους χρόνο, χώρο, πάθος της δημόσιας ζωής και δραστηριότητας, μέσα από τις διαφωνίες και μέσω διαφωνιών.

Εκείνος ήταν ένας ζωντανός κόσμος –τώρα, τυφλός τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα, επέλεξε να μην υπάρχει τίποτε που να τον συνδέει με την πραγματική ροή της πολιτικής ζωής. Αναδίδει άσχημη οσμή πολιτικής πτωμαΐνης, και αυτή τον τρέφει, όσο ακούγεται ακόμη η θλιβερή υστερία του.

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών