Στη μεταπολεμική πολιτική ιστορία της Γερμανίας οι κοινοβουλευτικές εκλογές στη Βαυαρία παίζουν καθοριστικό ρόλο όχι μόνο σε σχέση με τον σχηματισμό κυβέρνησης σε ομοσπονδιακό επίπεδο, αλλά και όσον αφορά την πολιτική αυτοεικόνα και τον ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό των Γερμανών. Οι επικείμενες εκλογές της 14ης Οκτωβρίου θα επιβεβαιώσουν αυτή την πολιτική θέση μου.

Ας τονιστεί ότι αυτές οι εκλογές, σε σχέση με προηγούμενες αναμετρήσεις, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στον βαθμό που θα κριθεί όχι μόνο ο σχηματισμός κυβέρνησης στη Βαυαρία, αλλά θα καθορίσουν τον γενικότερο πολιτικό προσανατολισμό ολόκληρης της γερμανικής πολιτικής κοινωνίας στο μέλλον.

Αλλά ας εξετάσουμε τα πράγματα με τη σειρά: πρώτον, οι έμπειροι πολιτικοί αναλυτές με βάση τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων προδικάζουν θριαμβευτική άνοδο των εκλογικών ποσοστών του ακροδεξιού (νεοφασιστικού) κόμματος με την επωνυμία Εναλλακτική για την Γερμανία (ΑfD με τα αρχικά του).

Η παντοδυναμία των Χριστιανοκοινωνιστών (CSU), δηλαδή του πολιτικού κόμματος το οποίο κυριαρχεί καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο στη Βαυαρία, αμφισβητείται. Κατά τις εκτιμήσεις πάντοτε των πολιτικών αναλυτών, τα εκλογικά ποσοστά των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) θα κυμανθούν σε χαμηλά επίπεδα.

Συνοψίζοντας τις εκτιμήσεις των πολιτικών αναλυτών, οδηγούμαστε στη διαπίστωση σύμφωνα με την οποία οι εκλογές της 14ης Οκτωβρίου στη Βαυαρία μετατρέπονται σε ιδεολογικο-πολιτική αναμέτρηση ανάμεσα σ’ ένα παραδοσιακό συντηρητικό κόμμα (τους Χριστιανοκοινωνιστές) από τη μία και σ’ ένα ακροδεξιό-νεοφασιστικό κόμμα (AfD) από την άλλη. Δεν έχουμε λοιπόν πολιτική διαμάχη, αλλά κοσμοθεωρητική σύγκρουση.

Η δεύτερη επισήμανση έχει να κάνει με τον δομικό τελικά χαρακτήρα που αποκτούν εκ των πραγμάτων αυτές οι εκλογές. Αυτά τα δύο κόμματα, με αποφασιστικό και αποτελεσματικό τρόπο όπως φαίνεται, εργάζονται για το ζήτημα του επαναπροσδιορισμού της γερμανικής ταυτότητας. Επομένως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αναβιώνει το «γερμανικό πρόβλημα» στην τωρινή ιστορική συγκυρία.

Στην πολιτική φιλοσοφία έχει επικρατήσει να ονομάζουμε με τον όρο «γερμανικό ζήτημα ή πρόβλημα» (γερμανιστί: Deutsche Frage) την κοινωνικό-πολιτική εκείνη συνθήκη στην οποία οι Γερμανοί με τους πολιτικούς αγώνες τους (σ’ αυτούς περιλαμβάνονται και οι κοινοβουλευτικές εκλογές) δεν επιδιώκουν μόνο ως αποτέλεσμα την τυπική πολιτική αλλαγή (δηλ. την εναλλαγή των πολιτικών κομμάτων στην εξουσία), αλλά επιτυγχάνουν να «κατασκευάσουν» για τους εαυτούς τους την πολιτική αυτοεικόνα μέσω της οποίας αυτοπροσδιορίζονται.

Με άλλα λόγια υποστηρίζω τη θέση σύμφωνα με την οποία οι εκλογές στη Βαυαρία δεν είναι μια τυπική διαδικασία ανάμεσα στους εκλέκτορες (στον «λαό) και τους αντιπροσώπους, τους πολιτικούς, αλλά μία πραγματολογική συνθήκη, η οποία θέτει ξανά το «γερμανικό ζήτημα» επί τάπητος.

Στο νεωτερικό και σύγχρονο «παράδειγμα» της πολιτικής η κοινοβουλευτική-αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι μια διαδικασία, ένας μηχανισμός μέσω του οποίου εκλέκτορες και αντιπρόσωποι αποφασίζουν για τα κριτήρια ορθότητας των αποφάσεων και των πράξεων της κυβερνητικής εξουσίας. Επειδή όμως ως πολιτική κοινωνία σε πανευρωπαϊκό (εάν όχι και σε παγκόσμιο) επίπεδο βρισκόμαστε σε μια μεταβατική ιστορική φάση, όλα τα συγκροτησιακά στοιχεία του πολιτικού «παραδείγματος» της νεότερης και της σύγχρονης εποχής αποδομούνται και αποκτούν νέα περιεχόμενα.

Τα αποτελέσματα των ριζικών αλλαγών, τις οποίες υφίσταται η κατεξοχήν δημοκρατική δομή, δηλ. οι κοινοβουλευτικές εκλογές, στο πολιτικό πεδίο της εποχής μας, εντοπίζονται στις εκλογές της Βαυαρίας.

Εάν η πολιτική θέση μου (επαναλαμβάνω) συνοψίζεται στην πρόταση: οι εκλογές στη Βαυαρία δεν έχουν καμία σχέση με τη μοντέρνα αντιπροσωπευτική διαδικασία, αλλά «μεταμορφώνονται» (ας ανατρέξουμε επιτέλους στον Κάφκα) σε συνθήκη ιδεολογικο-πολιτικής σύγκρουσης με αντικείμενο την «ταυτότητα» της σύγχρονης γερμανικής κοινωνίας, τότε ο πνευματικός και ο πολιτικός ορίζοντας, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη, σκοτεινιάζει. Χτίζουμε σκαλοπάτια, τα οποία θα μας οδηγήσουν στην πολιτική και την ανθρώπινη άβυσσο.

Το πολιτικό ερώτημα το οποίο τίθεται διατυπώνεται ως εξής: γιατί ως Ευρώπη (ως Βαυαρία στην προκειμένη περίπτωση), αντί να υψώσουμε μία ανεμόσκαλα και να εντάξουμε τους εαυτούς μας στον «μετα-εθνικό αστερισμό» (Habermas), σκάβουμε λαγούμια τα οποία μας οδηγούν στην άβυσσο;

Τα δύο κόμματα (CSU και AfD) δεν αναμετρώνται εντός του πλαισίου της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Δεν ορίζονται ως πολιτικοί αντίπαλοι, αλλά ως θανάσιμοι εχθροί. Και το επίδικο εκλογικό θέμα τους είναι οι πρόσφυγες. Οι Χριστιανοκοινωνιστές χτίζουν τείχη και οι Εναλλακτικοί καταδιώκουν τους πρόσφυγες.

Ως επίλογο σ’ αυτές τις σκέψεις μου αναφέρω μια διαπίστωση/φράση του δασκάλου μου Jürgen Habermas«Το έτος 1945 σημαδεύει μια καμπή – μία στροφή προς το καλύτερο, προς την εξημέρωση εκείνων των βαρβαρικών δυνάμεων που στη Γερμανία φύτρωσαν μέσα στο έδαφος του ίδιου του πολιτισμού».

Αραγε τι σηματοδοτεί το έτος 2018 για τη Βαυαρία και την Ευρώπη; Μήπως την επιστροφή στη βαρβαρότητα;