Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στη Δημοκρατία της Μακεδονίας έχουν δύο αναγνώσεις. Στην πρώτη το «Ναι» νίκησε, και θα νικούσε κι αν ακόμη συναθροίζονταν οι ψήφοι του «Οχι», πράγμα που θα εξασφάλιζε στο δημοψήφισμα μαζική συμμετοχή και εγκυρότητα. Εδώ πρέπει κανείς να αναγνωρίσει το ευφυές τέχνασμα της αντιπολίτευσης να συναθροίσει το «Οχι» με την αποχή.

Η δεύτερη ανάγνωση είναι ότι για την αλλαγή του ονόματος της χώρας ενδιαφέρεται και συμφωνεί μόνο ο ένας στους τρεις. Τυπικά η κυβέρνηση μπορεί να προχωρήσει αν βρει τους απαραίτητους βουλευτές που της λείπουν. Ωστόσο, αν δεις τα πράγματα λίγο απέξω, η λύση αυτή φαίνεται εκβιασμένη και ενδέχεται να δημιουργήσει εν δυνάμει συναισθήματα εθνικής ταπείνωσης που θα εκδηλωθούν ρεβανσιστικά, ενδυναμώνοντας το εθνικιστικό ρεύμα.

Η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν μια ανέλπιστη νίκη για την ελληνική πλευρά. Επέβαλε σε μια χώρα, η οποία από τους πάντες (εκτός των Ελλήνων) ονομάζεται Μακεδονία, οι κάτοικοί της Μακεδόνες και η γλώσσα τους μακεδονικά, να αλλάξει όνομα και να εξαναγκαστεί σε συνταγματικές αλλαγές. Ολα αυτά μπορούσαν να συμβούν γιατί η ελληνική πλευρά, πέρα από το ειδικό βάρος της χώρας στα Βαλκάνια, που είναι το μεγαλύτερο, απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη δύναμη επιβολής, εξαιτίας της αρχής της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στο ΝΑΤΟ.

Μπορούσε να ασκήσει veto. Η αρχή της ομοφωνίας στους διεθνείς οργανισμούς ευνοεί τις μικρές χώρες. Οι μεγάλες μπορούν με πολλούς τρόπους να αλλάξουν τον συσχετισμό δυνάμεων. Οι μικρές κατοχυρώνονται με την αρχή της ομοφωνίας. Με μία ψήφο μπορούν να μπλοκάρουν οποιαδήποτε απόφαση. Γι’ αυτό τον λόγο έτρεξε στα Σκόπια, πριν από το δημοψήφισμα, το διεθνές πολιτικό jet set, σε μια ομολογουμένως άγαρμπη, ίσως και προσβλητική, για τον λαό αυτό, προσπάθεια να τον συμμορφώσουν ώστε να μη χρειαστεί να ασκήσει veto η Ελλάδα.

Αλλά για πόσο διάστημα μπορεί η αρχή της ομοφωνίας να αντισταθεί στον συσχετισμό δυνάμεων; Αν η αρχή αυτή ευνοεί τους μικρούς και μεσαίους, απαιτεί και μια λελογισμένη χρήση εκ μέρους τους, και κυρίως μια συμπεριφορά σύμφωνη με κανόνες, ενδεχομένως όχι ρητά διατυπωμένους, αλλά όχι λιγότερο δεσμευτικούς ηθικά και πολιτικά. Και ένας από αυτούς είναι η αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης που περιλαμβάνει και το δικαίωμα μιας εθνικής οντότητας να επιλέγει το όνομά της και την ταυτότητά της. Με τη Συμφωνία των Πρεσπών, η Ελλάδα έφτασε στο limit up των δυνατοτήτων της, ζητώντας τροποποίηση του ονόματος, αλλά επίσης και στο ανώτατο όριο της διεθνούς ανοχής. Αυτό πρέπει να διατυπωθεί καθαρά αν δεν θέλουμε να βαυκαλιζόμαστε.

Ποιο θα είναι τώρα το μέλλον; Αν απορριφθεί η Συμφωνία των Πρεσπών, θα ασκηθούν οι μεγαλύτερες πιέσεις στην Ελλάδα, για να άρει το veto ώστε να γίνει αποδεκτή η Δημοκρατία της Μακεδονίας από τους ευρωπαϊκούς και ατλαντικούς θεσμούς με το συνταγματικό της όνομα, και διπλή ονομασία για την Ελλάδα. Η κυβέρνηση που θα συμβεί να βρίσκεται στην εξουσία στη συγκεκριμένη περίοδο θα βρεθεί σε κόλαση. Είναι αυτό που δεν καταλαβαίνει η αντιπολίτευση, γιατί η προσδοκία άμεσου εκλογικού κέρδους επισκιάζει απώτερες ζημιές στη θέση της χώρας. Και δεν θα είναι μόνο ζημιά της Ελλάδας, θα συμπαρασύρει δικλίδες για τις μικρές και μεσαίες χώρες στο διεθνές σύστημα.

Και τι θα γίνει με τη Συμφωνία των Πρεσπών; Η κυβέρνηση Τσίπρα έπραξε ό,τι καλύτερο μπορούσε, δεδομένων των περιορισμών στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, εξαιτίας της ελληνικής αδιαλλαξίας από το 1990. Αλλά μια χώρα πρέπει πάντοτε να καθορίζει τη συμπεριφορά της χωρίς να χάνει τον κεντρικό στόχο της. Ποιος είναι αυτός; Οχι το ονοματολογικό, αλλά η ειρήνη και η ευημερία των βαλκανικών χωρών που εξασφαλίζει την ασφάλεια της Ελλάδας. Αν η συμφωνία περάσει στη γειτονική χώρα, καλώς, πρέπει να τη διευκολύνουμε να περάσει και στην Ελλάδα. Αν δεν περάσει όμως, υποστηρίζω –όσο αντιδημοφιλές κι αν είναι– ότι η Ελλάδα πρέπει να ετοιμαστεί να αποδεχτεί τη διπλή ονομασία.

Υπάρχουν μείζονες κίνδυνοι πέραν του ονοματολογικού. Η συνέχιση της αναταραχής στα δυτικά Βαλκάνια ενδέχεται να οδηγήσει σε ανακατατάξεις αν δεν δοθεί προοπτική ενσωμάτωσης στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Απόσχιση των Αλβανών του Τέτοβο, και στη συνέχεια μια μεγάλη αλβανική ομοσπονδία με το Κόσοβο, το Τέτοβο και την Αλβανία είναι κάτι που βρίσκεται σε συζήτηση στις τρεις αλβανικές περιοχές και δεν αποκλείεται οι απογοητεύσεις να τη θέσουν σε τροχιά πραγματοποίησης, τηρουμένων των αναλογιών με άλλα παραδείγματα εθνικής ενοποίησης στα Βαλκάνια.

Τις προάλλες, συνομιλώντας για τα 200 χρόνια του 1821, με Αλβανό ιστορικό, μου έλεγε πως η αλβανική ενοποίηση είναι η τελευταία εκκρεμότητα των εθνικών ενοποιήσεων στα Βαλκάνια. Καλό, λοιπόν, είναι να έχουμε στο μυαλό μας μια καθαρή εικόνα των πιθανών διαδρομών και κινδύνων που αφορούν το μακεδονικό ζήτημα, στο πλαίσιο των βαλκανικών εξελίξεων.

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών