Η απόπειρα του Κυριάκου Μητσοτάκη να ταυτίσει τον Αλέξη Τσίπρα με τον ακροδεξιό Ούγγρο ηγέτη Ορμπαν, παρ’ ότι απολύτως δικαιολογημένα εξόργισε την Αριστερά (τουλάχιστον την Αριστερά εκείνη που δεν έχει λόγους να μισεί τον ΣΥΡΙΖΑ), ήταν κάτι μάλλον αναμενόμενο. Οσο και αν ακούγεται παράδοξο, η εν λόγω επικοινωνιακή αποκοτιά του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας υπακούει απλώς σε μια ιδεολογική στρατηγική την οποία το μεγάλο κόμμα της ελληνικής Δεξιάς ακολουθεί με αξιοθαύμαστη συνέπεια τουλάχιστον από το 2012.

Πρόκειται βέβαια για την περίφημη «θεωρία των δύο άκρων», η οποία στη χώρα μας εμφανίστηκε κατά τα τελευταία χρόνια κυρίως με την πολύ συγκεκριμένη μορφή ενός προπαγανδιστικού τεχνάσματος: ότι η αντιμνημονιακή Αριστερά με τις «εξαλλοσύνες της» και την «ανομία» που προκάλεσε ήταν υπεύθυνη για την άνοδο της ναζιστικής Χρυσής Αυγής.

Ωστόσο, η θεωρία των δύο άκρων είναι ένα πολύ ευρύτερο και παλαιότερο ιδεολογικό και προπαγανδιστικό φαινόμενο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο βέβαια ότι ο ίδιος ο νεοφιλελευθερισμός συγκροτήθηκε επί τη βάσει μιας πρώτης εκδοχής της συγκεκριμένης θεωρίας. Ενδεικτικά, αρκεί να διαβάσει κανείς το πασίγνωστο βιβλίο «Ο δρόμος προς τη δουλεία» ενός εκ των θεμελιωτών της θεωρίας του νεοφιλελευθερισμού, του Φρίντριχ Χάγεκ, που γράφτηκε προς το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και θα δει να εκτυλίσσεται μπροστά του κατά τρόπο εντυπωσιακό, θα έλεγα, σχεδόν ολόκληρη η επιχειρηματολογία που εξακολουθούν και σήμερα να επιστρατεύουν οι νεοφιλελεύθεροι προκειμένου να «κατατροπώσουν» την Αριστερά ταυτίζοντάς τη με την Ακροδεξιά.

Κάθε προπαγανδιστική θεωρία έχει κάποια κομβική έννοια που λειτουργεί ως συνεκτικό στοιχείο στη διαστρεβλωτική της εννοιολόγηση. Οταν έγραφε ο Χάγεκ, δεδομένου ότι επικρατούσε ναζισμός στη Γερμανία και σταλινισμός στη Σοβιετική Ενωση, αναμενόμενο ήταν το συνεκτικό αυτό στοιχείο να παρέχεται από την κομβική έννοια του «ολοκληρωτισμού».

Σήμερα, εκτός από ακραιφνώς ναζιστικές περιπτώσεις όπως η Χ.Α., δύσκολα θα μπορούσε κανείς να κατηγορήσει σύσσωμη την «ευρωσκεπτικιστική» ευρωπαϊκή Ακροδεξιά ως ναζιστική ή ολοκληρωτική. Και ως προς το «άλλο άκρο», όσο και αν ακούγονται κατά καιρούς βλακείες περί «χούντας» του ΣΥΡΙΖΑ και «σταλινικών» Συριζαίων, ακόμα και οι νεοφιλελεύθεροι, τουλάχιστον όσοι εξ αυτών δεν έχουν απολέσει πλήρως το κριτήριο της διάκρισης μεταξύ σοβαρού και γελοίου, αποφεύγουν να χαρακτηρίζουν την ελληνική κυβέρνηση ή τα άλλα κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς χρησιμοποιώντας τον όρο «ολοκληρωτισμός».

Η έννοια-κλειδί της σύγχρονης θεωρίας των δύο άκρων είναι λοιπόν ο όρος «λαϊκισμός». Παρ’ ότι και κάποιοι αριστεροί (κακώς, όπως έχω υποστηρίξει σε παλαιότερα άρθρα μου) υιοθετούν τον όρο επιμένοντας ότι ο «(ακρο)δεξιός λαϊκισμός» δεν έχει καμία σχέση με την Αριστερά, για τη δεξιά και νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα (πολύ πιο πειστικά σε επικοινωνιακό επίπεδο) η διάκριση μεταξύ «αριστερού» και «(ακρο)δεξιού λαϊκισμού» έχει τόση σπουδαιότητα όσο και εκείνη μεταξύ αριστερού και δεξιού ψάλτη: σημασία έχει ο «λαϊκισμός» – ανεξαρτήτως προσήμου.

Ειδικά στην περίπτωση του ελληνικού πολιτικού βίου όμως, πιστεύω ότι παρέχεται στην Αριστερά η ευκαιρία να διατυπώσει τη δική της θεωρία των δύο άκρων – με βάσιμες ελπίδες να είναι πιο πειστική κιόλας από την «ορίτζιναλ» θεωρία. Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο άκρα που όντως έχουν κάτι κοινό: είναι δύο διαφορετικές εκδοχές της Ακροδεξιάς. Υπάρχει μια «αντι-συστημική» Ακροδεξιά: η Χ.Α., οι διάφορες οργανώσεις των «μακεδονομάχων», οι (παρα)εκκλησιαστικές οργανώσεις και οι παραφυάδες τους – η οποία εκφράζει, μαζί με τις έντονες (έστω σε διαφορετικούς βαθμούς) δόσεις ρατσισμού και εθνικισμού, την εγχώρια εκδοχή του «ευρωσκεπτικισμού».

Και μια συστημική: η Νέα Δημοκρατία, στην παρούσα φάση της. Η διαφορά μεταξύ των δύο Ακροδεξιών συνίσταται στη συστημικότητα (χωρίς εισαγωγικά) της δεύτερης, που με τη σειρά της εκφράζεται με την απροκάλυπτη υιοθέτηση όλων των νεοφιλελεύθερων προταγμάτων του κυρίαρχου παγκοσμίως καπιταλιστικού συστήματος. Και σε όποιον δεν μπορεί να χωνέψει το πάντρεμα Ακροδεξιάς και νεοφιλελευθερισμού, του θυμίζω ότι οι πρώτες νεοφιλελεύθερες πολιτικές εφαρμόστηκαν στην πιο στυγνή δικτατορία της μεταπολεμικής περιόδου (ο κ. Καραγκούνης τα ξέρει αυτά).

Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι, πέρα από αυτή τη βασική διαφορά, υπάρχει μια εγγύτητα μεταξύ των δύο Ακροδεξιών που υπερβαίνει το απλό πρόσημό τους. Ο ακροδεξιός χαρακτήρας της Ν.Δ. μπορεί να μη συνίσταται στο ότι όντως αποσκοπεί να εγκαθιδρύσει μια νεοφιλελεύθερη δικτατορία τύπου Πινοσέτ, αλλά ανάγεται στο ότι το κυρίαρχο ιδεολογικό στίγμα που την εκφράζει σήμερα είναι η νοσταλγία για το αντικομμουνιστικό καθεστώς της προδικτατορικής περιόδου – του οποίου η προσκόλληση στο μεταξικό τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» δεν απέχει και τόσο ούτε από τους εγχώριους «μακεδονομάχους» ούτε από τους «ευρωσκεπτικιστές» ακροδεξιούς.

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών