Θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω, από τη σκοπιά της πολιτικής φιλοσοφίας, ένα πολιτικοκοινωνικό φαινόμενο, το οποίο τείνει να αποκτήσει ανησυχητικές, ακόμη και απειλητικές διαστάσεις σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Αναφέρομαι στο φαινόμενο, το οποίο περιγράφεται με την εμπειρικο-αναλυτική μέθοδο στην ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα από έμπειρους πολιτικούς αναλυτές και δημοσιογράφους, αλλά και από τους πολιτικούς, με όρους όπως π.χ. είναι: καθεστώς λιτότητας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, επιστροφή στον εθνικισμό κλασικού τύπου, εγκατάλειψη των ιδεών και των αξιών μέσω των οποίων οικοδομήθηκε η μεταπολεμική πολιτική Ευρώπη, άνοδος των ακροδεξιών (και των νεοφασιστικών) κομμάτων, επιδείνωση της προσφυγικής κρίσης κ.ά.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες και εν όψει των επικείμενων ευρωεκλογών (Μάιος 2019) αναρωτιούνται και αναστοχάζονται σε ποια πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη ζούμε σήμερα. Εκείνο το οποίο έχουν συνειδητοποιήσει συγκεφαλαιώνεται στη διαπίστωση ότι η σημερινή πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη διαφέρει ριζικά από την αντίστοιχη της μεταπολεμικής πολιτικής Ευρώπης. Σε πρόσφατο βιβλίο μου με τον τίτλο: «Το λυκόφως της πολιτικής Ευρώπης» (2017), προτείνω ερμηνευτικά σχήματα για τη σημερινή πολιτική ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Επειδή όμως η ίδια η πραγματικότητα κινείται και μεταβάλλεται με ιλιγγιώδη βήματα, τα υπό κατασκευή θεωρητικά-ερμηνευτικά σχήματα επιβάλλεται να αναθεωρούνται. Επιχειρώ, λοιπόν, εδώ και την αναθεώρηση των σχημάτων του βιβλίου μου, αλλά προβαίνω και σε νέες ερμηνευτικές προτάσεις.

Το πολιτικό φαινόμενο, στο οποίο αναφερόμαστε, μπορεί να φέρει τον γενικό τίτλο: «Η συντηρητική στροφή στην Ευρώπη» ή άλλως «Η Ευρώπη στρέφεται προς τον συντηρητισμό». Τα πράγματα που εξετάζουμε δεν διαμορφώθηκαν σε κενό αέρος. Αντιθέτως, εδώ και τριάντα χρόνια, κυοφορήθηκαν βαθμιαία και σταδιακά. Η τριακονταετία εκτείνεται από το έτος-τομή: 1989 (πτώση του Τείχους και επανένωση των δύο γερμανικών κρατών) μέχρι σήμερα (2018-2019). Στη διάρκεια αυτής της τριακονταετίας, η ίδια η Ευρώπη απεμπόλησε τις καθολικές ιδέες ιδρύσεώς της και εγκατέλειψε το σύστημα αξιών που η ίδια δημιούργησε. Χαρακτηριστική είναι η «περίπτωση της Γερμανίας», καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της τριακονταετίας.

Μεταμορφώθηκε σταδιακά, μετά την επανένωση των δύο γερμανικών κρατών, σε ηγεμονική δύναμη στην Ευρώπη. Ηταν το πρώτο ευρωπαϊκό κράτος το οποίο εγκατέλειψε τον καθολικό δημοκρατικό αυτοπροσδιορισμό του, για να επιβάλει, μέσω οικονομικών διαδικασιών, την ηγεμονία του στην Ευρώπη (στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ενωση). Ας σημειωθεί ότι αυτή η εξέλιξη έλαβε χώρα -εννοείται- με αποφάσεις και πράξεις της πολιτικής ηγεσίας της χώρας και παρά τις αντίθετες αντιλήψεις και ιδέες της γερμανικής διανόησης (η οποία έχει επικεφαλής της τον Γιούργκεν Χάμπερμας).

Στο σημείο αυτό θα μου επιτρέψουν οι αναγνώστες μας να αναφέρω το θαυμάσιο βιβλίο του Andreas Rödder με τον τίτλο: «Wer hat Angst vor Deutschland? Geschichte eines europäischen Problems», 2018 (Ποιος φοβάται τη Γερμανία; Ιστορία ενός ευρωπαϊκού προβλήματος), στο οποίο ο συγγραφέας αναλύει την πολιτική ευρωπαϊκή κατάσταση με τους ίδιους ερμηνευτικούς όρους που χρησιμοποιώ και εγώ. Δηλαδή, η υπερτροφική ηγεμονική θέση της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα δεν είναι μόνον «γερμανική υπόθεση».

Συνδέεται και με άλλους παράγοντες και με άλλες συνθήκες. Θέτω λοιπόν το ερώτημα: γιατί η Γαλλία ως ευρωπαϊκό κράτος στα ζητήματα της προσφυγικής κρίσης κρατάει μία διφορούμενη στάση; ‘Η άλλο ερώτημα: γιατί η Ουγγαρία του Ορμπαν πρωτοστατεί στην κατασκευή μίας Ευρώπης με εθνικά κράτη, τα οποία επαναπροσδιορίζονται ως «μεσαιωνικά φρούρια»; Και ένα ακόμη ερώτημα: γιατί απ’ όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, μόνον η Ελλάδα υποδέχεται τους πρόσφυγες, τους μετανάστες, τους «ξένους»;

Τόνισα εξαρχής ότι δεν ενδιαφέρομαι να δείξω (κατά πλατωνικό τρόπο) τις αιτίες, οι οποίες μας οδήγησαν στη σημερινή πολιτική ευρωπαϊκή κατάσταση των πραγμάτων. Το πολιτικό ενδιαφέρον μου (Interesse) αναφέρεται στις συνθήκες (ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές) και στους παράγοντες που διαμόρφωσαν τα πράγματα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ως οντότητα (δηλαδή οι ευρωπαϊκές κοινωνίες) να βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από την άβυσσο. Και με τους όρους του ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ θέτουμε το ερώτημα: άραγε πόση απόσταση (ιστορική εννοώ) μας χωρίζει, για να ξαναγίνει η Ευρώπη «σκοτεινή ήπειρος»;

Μπορεί να έχει αλλάξει τελικά η Ευρώπη ριζικά σε όλα τα επίπεδα κατά την τελευταία τριακονταετία και να έχει μετασχηματισθεί σε συντηρητική πολιτική κοινωνία, αλλά πολιτικό καθήκον της πολιτικής φιλοσοφίας είναι να αποτρέψει την είσοδο της Ευρώπης στον δρόμο προς την αυτοκαταστροφή της. Οπως πολιτική δουλειά των Ευρωπαίων πολιτών είναι να αποφασίζουν οι ίδιοι την πολιτική εξέλιξη των κοινωνιών τους (αυτό εξάλλου είναι το ύψιστο μάθημα του πολιτικού διαφωτισμού), αλλά εντός των ορίων των μαθησιακών και των εκπαιδευτικών διαδικασιών.

Ως κατακλείδα στις σκέψεις που ανέπτυξα θέλω να αναφέρω τη ρήση ενός παλιού φίλου και συναδέλφου, του Ιταλού Τζιάνι Βάτιμο, ο οποίος γράφει επί λέξει: «η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης εξαρτάται από τον πολιτιστικό και πνευματικό κόσμο της». Η επανίδρυση της Ευρώπης, λοιπόν, μπορεί να ξεκινήσει από τις ίδιες τις ιδέες της και τις αξίες της προσαρμοσμένες στην ιστορική συγκυρία της εποχής μας.

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών