Μετά από όλη τη συζήτηση που είχαμε σήμερα αλλά και την ένταση και την οξύτητα του δημόσιου λόγου το τελευταίο διάστημα για το Μακεδονικό, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί αυτό το ζήτημα, με ρίζες στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, δημιουργεί ακόμη τέτοια πάθη.

Ισως γιατί πρόκειται για μια περίπλοκη ιστορία με σκιές και φωτεινά σημεία, αποσιωπήσεις, νοηματικές διολισθήσεις, αλήθειες και ψέματα και παράλληλες εθνικές αφηγήσεις που διασταυρώνονται πάνω στον ίδιο χώρο καθιστώντας το πρόβλημα δυσεπίλυτο.

[Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έως σήμερα, η Ελλάδα άλλαξε μέσα από τη βαλκανική της περιπέτεια, αλλά όχι αναγκαστικά προς το καλύτερο.

Τη δεκαετία του 1990, η αμυντική ρητορική για «σκοπιανό επεκτατισμό» δέθηκε κατά παράδοξο τρόπο με μια υπερφίαλη αναφορά στα Βαλκάνια ως ελληνικό ζωτικό χώρο ή ελληνική ενδοχώρα, στη βάση είτε σοβαροφανών αναλύσεων είτε πάνω σε λαϊκίζοντα στερεότυπα.

Οπως πάντα σε ανάλογες περιπτώσεις, οι ψευδαισθήσεις βασίζονταν σε ολόκληρες παρανοήσεις που εδράζονταν σε μισές αλήθειες.]

Για χρόνια, ουσιαστικά όλα τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, το κεντρικό ζήτημα ήταν η διεκδίκηση ύπαρξης «μακεδονικής» μειονότητας στην Ελλάδα από τη Γιουγκοσλαβία, κάτι που έθετε το Βελιγράδι σε όλα τα διεθνή fora.

Κανείς από την Ελλάδα δεν ασχολείτο με το όνομα της Ομόσπονδης Δημοκρατίας. Ετσι, ο φόβος αντεθνικής δράσης συνδυάστηκε με τον αντικομμουνισμό, ουσιαστικά εξαφανίζοντας από τη δημόσια συζήτηση μια μικρή αλλά υπαρκτή σλαβόφωνη κοινότητα στη Δυτική Μακεδονία.

Θα χρειαστεί το τέλος του Ψυχρού Πολέμου για να γίνει κεντρικό ζήτημα το όνομα και μαζί του, δευτερευόντως, η εθνότητα και η γλώσσα. Εννοώ στη δημόσια συζήτηση. Γιατί στις δύο αποφάσεις του ΟΗΕ και στην Ενδιάμεση Συμφωνία το μόνο υπό διαπραγμάτευση θέμα είναι το όνομα της γείτονος.

Ολη η ιστορία του Μακεδονικού έκτοτε θα είναι η σύγκρουση ανάμεσα στα εθνικά δίκαια και το εθνικό συμφέρον, ανάμεσα σε αυτούς που υποστήριζαν ότι δεν έπρεπε να υποχωρήσουμε σε αυτά που δικαιωματικά, κατ’ αυτούς, μας ανήκαν και αυτούς που επιχειρούσαν να προτάξουν το συμφέρον της χώρας σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο.

Αλλά ας έρθω στο αιτούμενο, που είναι η αξιολόγηση της συμφωνίας:

Θεωρώ ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια καλή και δίκαιη συμφωνία. Είναι απόλυτα στην εθνική γραμμή, όπως αυτή είχε διατυπωθεί ήδη από το 2008, δηλαδή σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, erga omnes.

Βάζει τέλος σε μια αντιπαράθεση 26 χρόνων και καμία πλευρά δεν βγαίνει ηττημένη ή ταπεινωμένη από αυτήν. Και τα δύο μέρη κερδίζουν στο πεδίο που θεωρούν σημαντικό, η Ελλάδα στο όνομα, που αποτελεσματικά διακρίνει το μέρος -το ανεξάρτητο κράτος- από το όλο -την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας που ανήκει σε τρεις χώρες-, ενώ η ΠΓΔΜ στην ταυτότητα και τη γλώσσα.

Η Συμφωνία πατάσσει τον αλυτρωτισμό και εγγυάται τα σύνορα ανάμεσα στις δύο χώρες. Τονίζει τη διαφορετική αντίληψη που έχουν οι δύο χώρες για τον όρο Μακεδονικός, με σεβασμό στην ελληνική ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά. Εχει σειρά ασφαλιστικών δικλίδων που διασφαλίζουν ότι η ελληνική Βουλή θα κυρώσει μόνο και εφόσον ολοκληρωθούν όλα τα βήματα από την άλλη πλευρά: κύρωση στη Βουλή, δημοψήφισμα, αναθεώρηση του Συντάγματος.

Η ΠΓΔΜ λαμβάνει πρόσκληση για την Ε.Ε. (αυτό, για εσωτερικούς λόγους της Ε.Ε., αναβλήθηκε για το καλοκαίρι του 2019) και το ΝΑΤΟ, αλλά δεν γίνεται πλήρες μέλος αν όλος ο κύκλος των απαιτούμενων από τη Συμφωνία ενεργειών δεν ολοκληρωθεί.

Στο εξωτερικό, ορισμένοι κύκλοι τη χαρακτήρισαν ακόμη και «λεόντειο» συμφωνία υπέρ της Ελλάδας.

Από την άλλη, είναι σαφείς και σεβαστές οι ανησυχίες πολιτών για το τι σημαίνει αυτό για την ελληνική Μακεδονία, την ιστορία μας, ακόμη και για τα προϊόντα μας.

Υπάρχουν επίσης φόβοι για το τι μπορεί να σημαίνει η χρήση του όρου Μακεδονικός για τη γλώσσα και την υπηκοότητα.

Ας επιχειρήσω να απαντήσω σε κάποιες ανησυχίες ή ερωτήματα που διατυπώνονται στον δημόσιο λόγο:

1.  «Πώς θα ονομάζονται πλέον οι κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας;» Οπως ονομάζονταν πάντα: Μακεδόνες, όπως αντίστοιχα Κρήτες, Ηπειρώτες κ.λπ., που όλοι είναι Ελληνες στην εθνικότητα.

Στην Ελλάδα το Μακεδόνας υποδηλοί γεωγραφική προέλευση, όχι εθνότητα. Στην ΠΓΔΜ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί έλαβε χώρα μια νοηματική διολίσθηση: ένας γεωγραφικός όρος, ο κάτοικος της Μακεδονίας, ο Μακεδόνας, σταδιακά απέκτησε χαρακτηριστικά εθνότητας, δεδομένου ότι στην περιοχή που αποτελεί σήμερα την ΠΓΔΜ, οι σλαβόφωνοι κάτοικοι δεν ήθελαν να ταυτιστούν ούτε με τους Σέρβους, ούτε με τους Ελληνες, ούτε -και κυρίως- με τους Βουλγάρους.

Ετσι, στη βάση της περιοχής όπου ζούσε αυτή η σλαβική ομάδα, που ήθελε βασικά να διαφοροποιηθεί από τις λοιπές σλαβικές εθνότητες της περιοχής, απέκτησε στη διάρκεια των χρόνων χαρακτηριστικά εθνότητας.

Δικαιούνται να το κάνουν; Σε κάθε περίπτωση όλες οι εθνικές ταυτότητες είναι κοινωνικά κατασκευασμένες, άλλες είναι παλαιότερες και άλλες νεότερες. Ας σκεφτούμε ότι ακόμη και η ελληνική εθνότητα ουσιαστικά αποκτά τα χαρακτηριστικά που αναγνωρίζουμε σήμερα μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Εως τότε οι άνθρωποι στον ελλαδικό χώρο αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμιοί (μέλη του Ρουμ Μιλέτ), δηλαδή της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας. Θα χρειαστούν οι Πατέρες του Γένους για να οργανωθεί μια ελληνική εθνική ταυτότητα που εδράζεται στην αφήγηση της συνέχειας της ιστορίας του έθνους με τον αρχαίο πολιτισμό και το Βυζάντιο.

2.  «Η ιθαγένεια και η γλώσσα υποκρύπτουν αλυτρωτισμό». Ο αλυτρωτισμός πρέπει να έχει σημείο αναφοράς αλύτρωτα εδάφη και τον στόχο της απελευθέρωσής τους. Μιλάμε για Βόρεια Ηπειρο. Υπάρχει αλυτρωτισμός; Προφανώς όχι.

Ετσι και στην περίπτωση της ΠΓΔΜ, είτε υπάρχει ή όχι το όνομα Μακεδονικός, αν αυτά τα δυο στοιχεία υπάρχουν, το πρόβλημα είναι εκεί. Ως προς την εθνότητα, υπάρχει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού: δεν μπορούμε να πούμε σε κανέναν να μην αισθάνεται Μακεδόνας ή κάτι άλλο.

Αλλά είναι αστείο να επιμένουμε ότι είναι Βούλγαροι λες και μια μεγάλη Βουλγαρία στα βόρεια σύνορά μας είναι προς το συμφέρον της χώρας. Οσο για τη γλώσσα, αυτό που διδάσκεται σε όλα τα έγκριτα πανεπιστήμια είναι ότι η διάκριση γλώσσας και διαλέκτου είναι μια πολιτική επιλογή. Κάποια στιγμή ένας κράτος αναγορεύει μια διάλεκτό του σε επίσημη γλώσσα. Σκεφτείτε ότι εμείς είχαμε επίσημη γλώσσα την καθαρεύουσα, μια εξ ολοκλήρου τεχνητή γλώσσα.

3.  «Γιατί αναγνωρίσαμε μακεδονική εθνότητα;» Η Ελλάδα δεν αναγνώρισε μακεδονική εθνότητα με τη Συμφωνία. Δεν θα μπορούσε εξάλλου. Η διαπραγμάτευση αφορά υλικά ζητήματα (όνομα του κράτους – ιθαγένεια) και όχι άυλα. Δέχτηκε τον διπλό τύπο «Μακεδονική ιθαγένεια / κάτοικος της Β. Μακεδονίας». Είναι σαφέστατα καλύτερο αν σκεφτούμε ότι έως τώρα τα διαβατήρια έγραφαν Δημοκρατία της Μακεδονίας και ιθαγένεια μακεδονική.

Με τη συμφωνία η χώρα ονομάζεται Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και μπαίνει επεξήγηση στην ιθαγένεια.

4.  «Η Συμφωνία δημιουργεί τετελεσμένα». Είναι λάθος. Σίγουρα παράγει αποτελέσματα με τη λογική ότι ξεκινά μια διαδικασία. Στη Συμφωνία αυτή, την τελευταία λέξη την έχει η χώρα μας. Για την Ε.Ε. το θέμα αναβλήθηκε για το καλοκαίρι του 2019 οπότε και θα αποφασιστεί αν η χώρα θα πάρει ημερομηνία έναρξης διαπραγματεύσεων.

Για το ΝΑΤΟ αυτό που συνέβη ήταν πρόσκληση για έναρξη συζητήσεων. Τόσο δύο δηλώσεις του γ.γ. του ΝΑΤΟ όσο και το επίσημο ανακοινωθέν ρητά αναφέρουν ότι η ένταξη θα επέλθει όταν και εάν πληρωθούν όλοι οι όροι της Συμφωνίας, άρα και η κύρωση από την ελληνική Βουλή. Αν η χώρα δεν κυρώσει, η ένταξη δεν προχωρά. Γιατί; Γιατί εκτός των άλλων το ΝΑΤΟ είναι ένας διακυβερνητικός οργανισμός, «ένα κράτος-μία ψήφος».

Αρα, αν δεν το επιθυμεί η Ελλάδα (στην περίπτωση που η Συμφωνία δεν κυρωθεί από την ελληνική Βουλή), δεν μπορεί να γίνει μέλος. Μα μια άρνηση δεν θα έχει πολιτικό κόστος; Είναι αστείο επιχείρημα όταν για 26 χρόνια κατασπαταλήθηκε πολιτικό κεφάλαιο για να αντισταθούμε στις πιέσεις και σε εποχές μάλιστα πολύ πιο ευνοϊκές για διεύρυνση της Συμμαχίας. Εδώ, σε ένα αντίστοιχο πλαίσιο της Ε.Ε., η μικρή Κύπρος πάγωσε επί πολλά χρόνια διαπραγματευτικά κεφάλαια με την Τουρκία, λόγω της άρνησης της Τουρκίας να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Απλώς πρόκειται για μια ένταξη υπό την αίρεση πλήρωσης σειράς προϋποθέσεων, κάτι που είναι καινοφανές και στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ.

Τι όμως μας προσφέρει η Συμφωνία:

Το βασικό είναι ότι ενισχύει την ασφάλεια και τη γεωστρατηγική θέση της χώρας μας. Τον Μάρτιο του 2017, γυρνώντας από μια περιοδεία στα Βαλκάνια, η επίτροπος της Ε.Ε για την Εξωτερική Πολιτική και την Ασφάλεια Φεντερίκα Μογκερίνι δήλωσε ότι τα Βαλκάνια μπορούν να ξαναγίνουν μια σκακιέρα όπου ανταγωνίζονται οι μεγάλες δυνάμεις. Πράγματι επανέρχονται στην περιοχή η Ρωσία με τη δυναμική παρουσία της, η Κίνα με το φαραωνικό πρόγραμμα υποδομών της και η Τουρκία με τη συστηματική διείσδυσή της.

Συμφέρον της χώρας είναι να μην υπάρχει μια μαύρη τρύπα στα βόρεια σύνορά μας, έρμαιο της ρωσικής και της τουρκικής επιρροής, αλλά να ενταχθεί η χώρα όπως και οι υπόλοιπες των δυτικών Βαλκανίων στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, όχι επειδή τους το επιβάλλει κάποιος, αλλά επειδή είναι αυτό το οποίο πρωτίστως εκείνοι επιδιώκουν.

Αν η μικρή και αδύναμη χώρα δεν προχωρήσει σε ομαλοποίηση με την Ελλάδα, την κάνουμε δώρο σε αυτές τις δυνάμεις. Και δεν ξέρω πόσο πατριωτικό είναι να υποστηρίζεις ότι καλύτερη από μια λύση είναι η περικύκλωση από την Τουρκία.

Εν κατακλείδι, το τέλος αυτής της αντιπαράθεσης σημαίνει πολύ περισσότερα από την επίλυση μιας απλής διαφοράς για το όνομα της χώρας.

Η επίλυση του ονοματολογικού παρέχει τη δυνατότητα η εξωτερική πολιτική της χώρας στα Βαλκάνια να πάψει να είναι το άθροισμα των διμερών σχέσεων, άριστων, μέτριων ή δύσκολων, με τα κράτη της περιοχής και να αποκτήσει μια περιφερειακή διάσταση. Για να γίνει αυτό, έπρεπε από μέρος του βαλκανικού προβλήματος να μεταβληθούμε σε διεκπεραιωτή των ευρωπαϊκών εξελίξεων και προοπτικά σε γέφυρα προς την υπόλοιπη Ευρώπη.

Μια περιφερειακή πολιτική με μικρούς αλλά εφικτούς στόχους, σε επίπεδο συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων, ανάπτυξης πολιτικών, διαχείρισης κοινών περιβαλλοντικών και οικονομικών προκλήσεων, ανάπτυξης συνεργιών σε συγκεκριμένους οικονομικούς κλάδους.

Αυτή η διπλωματική ατζέντα δεν απαιτεί ένα ηγεμονικό εφαλτήριο. Απαιτεί προσήλωση στους στόχους, επένδυση σε ανθρώπινους πόρους, συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, καταγραφή και αξιοποίηση της υφιστάμενης εμπειρίας. Μια νέα βαλκανική πολιτική δεν απαιτεί επανασχεδιασμό. Απαιτεί προσαρμογή στα νέα δεδομένα, τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα και μια Ελλάδα που δεν κυνηγά εφήμερο πλούτο και ανανέωση παραισθήσεων, αλλά βαθιές και στέρεες σχέσεις. Η επίλυση της διαφοράς με την ΠΓΔΜ είναι το πρώτο, καθοριστικό και αναγκαίο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση.

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών