Κατά τα τελευταία χρόνια (μετά τη λήξη των ενδογιουγκοσλαβικών συγκρούσεων) στη Βαλκανική Χερσόνησο, τίθεται το μείζον ζήτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού των επιμέρους κρατών. Το πρόσφατο ιστορικό στιγμιότυπο υπήρξε η περίπτωση «Βόρεια Μακεδονία», η οποία ως εθνικό κράτος θεσμοθετήθηκε με τη «συμφωνία των Πρεσπών». Μεγάλο επίτευγμα και δημιουργικό!

Εάν δεχθούμε ότι το περιώνυμο «Ανατολικό ζήτημα», δηλαδή οι επιμέρους εθνικισμοί των βαλκανικών λαών και πληθυσμών, μετά την «πτώση» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρίσκουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη λύση τους, τότε θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η «συμφωνία των Πρεσπών» με ιστορική καθυστέρηση ενός αιώνα επισφραγίζει το τέλος του σχετικού ζητήματος.

Υποστηρίζω θέσεις και απόψεις από τη σκοπιά της πολιτικής φιλοσοφίας, πράγμα που σημαίνει ότι για όσα γράφω και για όσα επιχειρηματολογώ, ισχύει η εγελιανή θεωρητική επιταγή: «ό,τι είναι λογικό είναι και πραγματικό». Επί του προκειμένου, δηλαδή για το ζήτημα της «συμφωνίας των Πρεσπών», μπορεί επιμέρους κοινωνικές ομάδες ή άλλες κοινωνικές συλλογικότητες να εκφράζουν την αντίθεσή τους σε μια κυβερνητική πράξη, αλλά αυτές οι αντιρρήσεις δεν μπορούν να συγκροτηθούν ως δομή ούτε στοιχειωδώς ως μηχανισμός επιχειρηματολογίας εναντίον του κυβερνητικού δεδομένου. (Αυτό ισχύει και για τις δύο πλευρές.)

Η ελληνική κυβέρνηση υπέγραψε με την κυβέρνηση του υπό ίδρυση κράτους της «Βόρειας Μακεδονίας» τη σχετική συμφωνία. Ολα τα δεδομένα και οι σχετικές διεργασίες τείνουν προς την περαιτέρω πολιτική και πραγματολογική επεξεργασία και εξειδίκευση των επιμέρους εμπορικών και ανταλλακτικών σχέσεων ανάμεσα στα δύο μέρη (Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία).

Το μείζον ερώτημα της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Μετά τη «συμφωνία των Πρεσπών» τι θα ακολουθήσει; Η ελληνική κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ έκανε το αποφασιστικό βήμα: ηγείται στα Βαλκάνια κατά τη μέθοδο και τον τρόπο που οι ελληνικές κοινότητες αποτελούσαν τις ηγετικές δυνάμεις επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μπορεί τα Βαλκάνια να είναι μια ιδιαίτερη γεωστρατηγική και γεωπολιτική περιοχή, στην οποία μέχρι πρόσφατα να ασκούσαν τον πολιτικό έλεγχό τους τα κράτη της «κεντρικής Ευρώπης», αλλά θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το ελληνικό πνεύμα έχει ιδιαίτερες συγγένειες μ’ αυτές τις κοινωνίες και μ’ αυτές τις περιοχές.

Με τη «συμφωνία των Πρεσπών» έγινε ένα ιστορικό βήμα εκ μέρους της Ελλάδας και προτάθηκε μια ιστορική ευκαιρία εκ μέρους των βαλκανικών κρατών: να συνυπάρξουμε μέσω πολιτικών και δημιουργικών σχέσεων πολιτικής αλληλεγγύης. Η ενδοχώρα των βαλκανικών λαών (Σερβία, Σλοβενία, Κροατία, Μαυροβούνιο, Μακεδονία, Αλβανία κ.ά.) μόνο με τη δυναμική (οικονομική και εμπορική) παρουσία της Ελλάδας μπορούν να υπάρξουν. Το ίδιο ισχύει και στο επίπεδο του πνεύματος και της πολιτικής.

Με τη «συμφωνία των Πρεσπών» εγκαθιδρύεται στα Βαλκάνια το καθεστώς του «μεταεθνικού αστερισμού» (κατά τον Habermas). Αυτό σημαίνει ότι οι παλαιολιθικές και απηρχαιωμένες εθνικιστικές διαιρέσεις εγκαταλείπονται και στη θέση τους τοποθετούνται οι διαφωτιστικές ιδέες της συνύπαρξης και της οικονομικής συνεργασίας. Πέρα από τα εθνικά σύνορα υπάρχουν τα δημιουργικά πνεύματα των ανθρώπων. Συνοψίζω τις ιδέες μου στις εξής δύο προτάσεις:

Πρώτον, μπροστά στον ζοφερό πολιτικό ορίζοντα της Ευρώπης όπου η πολιτική έχει καταστεί τεχνοκρατία, τα Βαλκάνια μπορούν σ’ αυτή την ιστορική φάση να λειτουργήσουν αναδημιουργικά. Και δεύτερον, όποιος επιδιώκει να επενδύσει «πολιτικά» στα Βαλκάνια, θα πρέπει να έχει προηγουμένως επεξεργαστεί ένα παγκόσμιο όραμα.

Η ελληνική πολιτική κοινωνία μπορεί και είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τα Βαλκάνια όχι ως γεωγραφική περιοχή αλλά ως «πολιτική οντότητα». Μετά τη «συμφωνία των Πρεσπών», έγινε εκ μέρους της Ελλάδας το ιστορικό βήμα. Εκείνο το οποίο όμως δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί είναι το εξής: Μπορούν τα Βαλκάνια να είναι «πολιτική ενδοχώρα» για την Ελλάδα κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα; Το ιστορικό στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η άμυνα των «συνόρων», αλλά η υπεράσπιση της «μεταεθνικής συνθήκης» σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ