H επιφύλαξη των επενδυτών απέναντι στο τουρκικό χρέος αυξήθηκε την Τρίτη εν μέσω ανησυχιών ότι η επανεκλογή του πρόεδρου Ερντογάν θα του δώσει το ελεύθερο να ακολουθήσει τις ανορθόδοξες οικονομικές του υποσχέσεις.

Σε μια ένδειξη της αυξανόμενης αγωνίας, η διαφορά ανάμεσα στην απόδοση των τουρκικών ομολόγων έναντι των αμερικανικών έχει αρχίσει να διευρύνεται και πάλι, σηματοδοτώντας υψηλότερο ρίσκο.

Το spread του 10ετούς τουρκικού ομολόγου σε δολάριο που λήγει τον Οκτώβριο του 2028 αυξήθηκε στις 4,364 ποσοστιαίες μονάδες την Τρίτη. Το επίπεδο αυτό είναι υψηλότερο από εκείνο στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας βρισκόταν στις 4,191 μονάδες, πριν τις εκλογές της Κυριακής και πολύ υψηλότερο από το spread των 3,37 μονάδων σε έκδοση του Απριλίου.

Η επιδείνωση στη δευτερογενή αγορά παρουσιάζει ρίσκα και για όταν η Τουρκία πουλάει χρέος στην πρωτογενή αγορά. Τον Ιανουάριο ολοκληρώθηκε μια πώληση 10ετούς ομολόγου σε δολάριο με spread 2,67 μονάδων, αρκετά χαμηλότερο από τα σημερινά επίπεδα.

Οι τουρκικές αγορές πραγματοποίησαν αρχικά ράλι μετά την νίκη του Ταγίπ Ερντογάν στις προεδρικές εκλογές και την εξασφάλιση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από τη συμμαχία υπό το κόμμα του Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη.Αλλά το κλίμα άλλαξε γρήγορα, καθώς οι συναλλαγές στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη άρχισαν να ανεβάζουν ρυθμούς μετά την νηνεμία του Σαββατοκύριακου.

Οι αναλυτές επισήμανες τις ανησυχίες ότι ο κ. Ερντογάν θα αναλάβει δράση για να αποσταθεροποιήσει μια οικονομία που δείχνει ήδη σημάδια υπερθέρμανσης. Ο πληθωρισμός κινείται πάνω από το 12% – επίπεδο υπερδιπλάσιο από το στόχο της κεντρικής τράπεζας – ενώ το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει διευρυνθεί σημαντικά σε μια ένδειξη των οικονομικών ανισορροπιών.

Το ευρύτερο κλίμα για τις αναδυόμενες αγορές έχει γίνει επίσης πιο δυσμενές. Εκτός από τις ανησυχίες που συνδέονται με προβλήματα που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες χώρες όπως η Τουρκία και η Αργεντινή, έχουν προκαλέσει σημαντική επιβάρυνση οι υψηλές τιμές και η απόσυρση της τόνωσης από τις κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων αγορών.

Οι επενδυτές απέσυραν $10,8 δισ. από funds ομολόγων αναδυόμενων αγορών τις εννιά εβδομάδες ως τις 20 Ιουνίου, σύμφωνα με στοιχεία της EPFR.

Oι παράγοντες αυτές έπληξαν τη λίρα φέτος, οδηγώντας της σε βουτιά κοντά στο 20% έναντι του αμερικανικού δολαρίου. Ο δείκτης Borsa Istanbul 100 έχει καταγράψει ανάλογες απώλειες από το τέλος του 2017.

«Οι αρχές είναι τώρα αντιμέτωπες με μια μεγάλη πρόκληση για την οποία ευθύνονται οι ίδιες» υποστηρίζει ο Νταν Μπούσκα, οικονομολόγος της UniCredit στο Λονδίνο. «Η οικονομία βρίσκεται σε ένα μη βιώσιμο μονοπάτι για πολύ καιρό και οι ανισορροπίες έχουν φτάσει σε επίπεδα που απαιτούν άμεση δράση».

Ο κ. Μπούσκα και άλλοι αναλυτές έχουν υποστηρίξει πως τα σχόλια του κ. Ερντογάν το Μάιο, όταν υποσχέθηκε να θέσει υπό πιο αυστηρό έλεγχο την κεντρική τράπεζα, έχουν αποτελέσει ένα βαρίδι στην εμπιστοσύνη των επενδυτών παρά την προσπάθεια των αξιωματούχων να κατευνάσουν τις ανησυχίες με μια σειρά μεγάλων αυξήσεων επιτοκίων.

«Καθώς η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας δεν είναι ακόμα σε θέση να αποδείξει ότι είναι πρόθυμη και ικανή να αντιταχθεί αν χρειαστεί στην επιθυμία του παλιού και νέου Ταγίπ Ερντογάν για χαμηλά επιτόκια, ένα σημαντικό risk premium για τη λίρα παραμένει δικαιολογημένο κατά την άποψη μας» επισήμανε η Esther Reichelt, αναλύτρια στην Commerzbank.

«Οι επενδυτές θα εστιάσουν από εδώ και πέρα στη “σύνθεση της ομάδας οικονομικής διαχείρισης της κυβέρνησης και στο κατά πόσον οι εφαρμοζόμενες πολιτικές καταδεικνύουν μια επιστροφή ή μια περαιτέρω απόκλιση από την οικονομική ορθοδοξία» σημειώνει ο Ναφέζ Ζουκ της Oxford Economics.

Ο ίδιος προσθέτει:

«Με ένα ουσιαστικό μετριασμό της προσέγγισης για ανάπτυξη με κάθε κόστος που χαρακτήρισε τα τελευταία χρόνια της θητείας του Ερντογάν, οι επιλογές για την τουρκική οικονομία είναι περιορισμένες: είτε η εμπιστοσύνη θα υποχωρήσει σε τέτοιο σημείο όπου μια κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών (και πιθανώς ένα πρόγραμμα του ΔΝΤ) γίνει πραγματικότητα, είτε οι δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές θα συσφιχθούν όσο χρειάζεται για να μειωθούν οι ανισορροπίες, ακόμα και εις βάρος της ανάπτυξης, το οποίο μπορεί να έχει σημαντικό πολιτικό κόστος».

πηγή: euronews